Τετάρτη, 9 Αυγούστου 2017

Λένε πως θα βρέξει



Τη μέρα, τα πουλιά πετάνε χαμηλά, οι μύγες τσιμπάνε
δυνατά, μα ποτέ δεν βρέχει.
Οι δρόμοι κυλάνε σκονισμένοι, οι άνθρωποι περπατούν
σκυφτοί, κοιτούν γύρω, ξύνουν το κεφάλι τους απορημένοι.

Στο θρηνερό σούρουπο, πάντα αστράφτει κάπου μακριά,
στους αρχαίους άπιαστους ορίζοντες, κι ύστερα έρχονται
από τη δύση διαμελισμένα τα σύννεφα.
Κρέμονται πάνω απ’ τα κτίρια σαν πολυκαιρισμένες,
λιγδερές μαυροκόκκινες σημαίες, ώσπου να σκοτεινιάσει,
έπειτα φεύγουν και χάνονται, τα καταπίνει το σκοτάδι.

Όταν πια πέφτει η νύχτα, και τα φώτα ανάβουν, κι όλοι
διψάνε για δροσιά, κι αέρα και έρωτα, μα το μόνο που
βρίσκουν είναι ξανά η δυστυχία, σ’ έναν άρρωστο νοτιά,
σε χλιαρά ποτά και πλαστικούς εραστές, τότε… η πόλη
μοιάζει πια σαν πιστή ζωγραφιά της ψυχής των κατοίκων
της, μια πιστή ζωγραφιά της ψυχής μου.

Κι όμως αυτό που θα ’θελα, θα θέλαμε όλοι,
φαντάζει τόσο απλό.
Να ’μαστε λέει οι σταγόνες της βροχής, οι νότες της
αιώνιας μουσικής, σάρκα στα οστά της γης, οι άνθρωποι
μιας γλυκόπικρης παντοτινής γιορτής…
να ’μαστε λέει οι άνθρωποι μιας πόλης ακόμη ζωντανής…
κι όχι νεκροζώντανοι, γυαλισμένες εικόνες, κίβδηλες,
μιας άδειας ατέλειωτης στιγμής.

Λένε πως θα βρέξει, οι ειδικοί…
Μην τους πιστεύεις. Το τύμπανο της βροχής από τα χέρια
σου πρέπει να ακουστεί, βροχοποιός θα γίνεις εσύ.

text: Χρήστος Πελτέκης - Συγκομιδή από την εποχή της ξηρασίας, εκδόσεις orphan drugs 2017.
music: Lee Clayton – 10000 Years/Sexual Moon, Naked Child LP, Capitol 1979.
 
 

Πέμπτη, 3 Αυγούστου 2017

Tony Cohen RIP




4/6/1957 - 2/8/2017

Για όσους αναρωτιούνται «ποιος είναι αυτός;» ας κάνουν έναν κόπο να ρίξουν μια ματιά σε ότι βινύλια ή CD έχουν από ονόματα όπως οι Boys Next Door, Birthday Party, Nick Cave & The Bad Seeds, Beast Of Bourbon, The Johnnys, Spencer P. Jones, The Go-Betweens, Pel Mel, The Saints, The Moodists, Crime & The City Solution, Once Upon A Time, Cruel Sea, Mick Harvey, Paul Kelly, Kim Salmon, Hugo Race, Devastations, Blackeyed Susans, Tex Perkins, Louis Tillett, These Immortal Souls, και γενικά σε ότι αυστραλέζικο υπάρχει στο σπίτι, αλλά ακόμη και σε δισκάρες σαν το I Knew Jeffrey Lee της γνωστής συμμορίας, το Kiss You Kidnapped Charabanc των Sudden και Howard, ή το πρώτο 7ιντσο του Phil Shoenfelt, (ας ρίξουν και μια ματιά και στην πρώτη νουβέλα του τελευταίου, το Junkie Love όπου ο Cohen εμφανίζεται ανάμεσα στις σκόνες και τις γραμμές με παρατσούκλι), ας τα κάνουν όλα αυτά, ε κι εκεί κάπου στα credits του παραγωγού, του τεχνικού και όλες του ήχου τις καλές δουλειές, θα ανακαλύψουν το όνομα του εκλιπόντος...
Tony Cohen… ίσως να μη φαίνεται τόσο ή και καθόλου «βαρύ» αν το συγκρίνεις με τον παραπάνω «τρομακτικό» κατάλογο, αλλά τελικά δεν θέλει και πολύ σκέψη για να καταλάβει κανείς ότι ο άνθρωπος αυτός ήταν ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της ιστορίας του αυστραλέζικου rock and roll και όχι μόνο... θα της λείψει σίγουρα πολύ αυτής της ιστορίας, θα λείψει ακόμη περισσότερο και στους ανθρώπους της... σε όσους από αυτούς είναι ακόμη εδώ τέλος πάντων, γιατί αρκετούς θα τους συναντήσει στο μέρος όπου βρίσκεται από σήμερα κι αυτός. 

Υ.Γ. Για όσους βαριούνται να ψάχνουν (ή δεν έχουν δίσκους να ψάξουν) ο παρακάτω κατάλογος του discogs πιστεύω κάνει τη δουλειά...




Παρασκευή, 28 Ιουλίου 2017

Στη Μαγγελανία



Η νύχτα άρχιζε να πέφτει προς τα ανατολικά αλλά η αντίθετη πλευρά του ορίζοντα εξακολουθούσε να φωτίζεται ακόμη από τις τελευταίες ηλιαχτίδες που αναδύονταν στη γραμμή του ουρανού και της θάλασσας. Μεγάλα σύννεφα αναμαλλιασμένα από τον αέρα, κουρέλια καταχνιάς που παρασύρονταν από τη φουρτούνα περνούσαν με ταχύτητα τυφώνα.
Μπροστά στα μάτια του, δεν υπήρχε τίποτε άλλο από την απέραντη έκταση της θάλασσας, απ όπου δεν αναδυόταν κανένας σκόπελος...
...όμως, τι είχε έρθει να κάνει εκεί αυτός ο άνθρωπος με το τόσο βαθιά ταραγμένο πνεύμα; Τον βασάνιζε άραγε εδώ και κάμποσο καιρό η ιδέα να θέσει τέρμα στη ζωή του; Όσο δεν θα χανε κάτω από τα πόδια του τη γη εκείνη που απεχθανόταν, σκεφτόταν άραγε να προχωρήσει ακάθεκτος αλλά με την θέληση να ψάξει τον θάνατο στα κύματα που έσπαγαν στο ακραίο σημείο της;
Δεν είχε παρά να ριχτεί από το ακρωτήριο πάνω. Στα βαθιά εκείνα νερά, ούτε καν θα προσέκρουε σε κάποιον υποβρύχιο βράχο και το σώμα του θα γινόταν βορά των δύο ωκεανών.
Ναι! Αυτό είχε αποφασίσει, τώρα που είχε στερηθεί το τελευταίο του καταφύγιο πάνω στη μαγγελανική γη.
«Ούτε Θεός ούτε αφέντης!», αναφώνησε την ύστατη εκείνη ώρα.

text: Ιούλιος Βερν – Στη Μαγγελανία (1909), μετάφραση Χρήστος Γεμελιάρης, εκδόσεις Στάσει Εκπίπτοντες 2017.
music: OISEAUX-TEMPÊTE – Feu Aux Frontières, AL-'AN ! الآن (And your night is your shadow — a fairy-tale piece of land to make our dreams) LP, Subrosa 2017. 



Παρασκευή, 23 Ιουνίου 2017

Από τη μια σφαγή η άλλη



Από τη μια σφαγή η άλλη, από μακελειό σε μακελειό, ο δρόμος είν πλατύς κι ανοιχτός, ο αέρας σαν σούπα πηχτός, κλοτσάς πιο κει τα πτώματα, πατάς έναν αντίχειρα, ταξίδι στα Κύθηρα, ρίχνεις έναν δείκτη, μεσ’ το μίκτη, ουάου σμούθι! πλασάρεις ένα κομμένο κεφάλι, με σουτ μπανάνα, στο γάμα! προσέχεις τις πιτσιλιές μη λερωθείς, κι είναι αίμα και δε βγαίνει, ούτε με σκιπ, λάντζα καταραμένη, την ντροπή δεν την ξεπλένει, και προχωράς, είναι τόσο απλό, στα νεύρα κάνει καλό, τον έχεις κλασμένο το γιατρό, έλα έλα! πάμε πάμε! δε χαλαρώνουμε, στο διπλανό δε μιλάμε, το κεφάλι ψηλά γέρο μου, το στήθος έξω, στητό! περνάμε τώρα στο ψητό... γκνιάμ γκνιάμ... πτώματα, πτώματα, κουφάρια, εξαμβλώματα παντού, αχ αυτή η σάρκα η καυτή, κομματιασμένη, σκόρπια εδώ, σκόρπια εκεί, λίγο πολύ σκισμένη, μπαταρισμένη, κατακρεουργημένη, μας ηδονίζει θαρρείς, λίγο πριν αρχίσει να σαπίζει, μέσ’ στο κοφίνι, μας γητεύει, γοητεύει, έτσι που... μπροστά μας θέλουμε πάντα να την έχουμε, να την θωπεύουμε, να την παιδεύουμε... δεν έχει και καθόλου άσχημη γεύση λένε, εεεεε, εδώ που τα λέμε, μεταξύ μας, μοιάζει με το χοιρινό, κι αν είν’ λέει και καπνιστό, ώ ρε μάνα μου! κι εμείς μικροί, εμείς σκυφτοί, αθώοι, κεντρώοι, εμείς ανθρωπάκια, μυρμηγκάκια, εμείς γουρουνάκια, αλλού είναι το μετάξι μα προτιμούμε το αίμα και τη λάσπη... σαφώς! και κάνουμε στην άκρη και γρήγοροι στο δάκρυ, ειδικά... εδώδιμα και αποικιακά, ειδικά και μόνο, όταν η σάρξ ευωδιάζει Σαξ, ίσως κάπου να το λέει κι ο Μαρξ, μμμμμμ, σφάξε με αγά μου, μουλά μου, κι εσύ παπά μου, παπαδιά μου, πολλά τα κρίματά μου, λίγα τα λεφτά μου, με κυνηγά η σπιτονοικοκυρά μου, σφάξε με αρχηγέ μου, σφάξε με στρατηγέ μου, σφάξε με υπουργέ μου, τραπεζίτη μου, κοπρίτη μου, μεσίτη μου, κι εσύ επίτροπέ μου, σφάξτε! σφάξτε με! όχι αυτή! είναι δική μου, άσε κάτω τη σφαγή μου! σφάξτε τους όλους! διπλανέ μου, αδερφέ μου, σφάξτε και σεις! ναι ναι κι εσύ, τώρα μπορείς, ν’ αγιάσω, ν’ αγιάσουμε, κατιτίς να δοξάσουμε, με αίμα να ξεδιψάσουμε, μπρος στον παπά τ’ αρχίδια να μη πιάσουμε, ελπίζω να φτάσουμε, αν όχι, ελάτε όπως είστε, με τατουάζ, σκουλαρίκια, τεφαρίκια, χωράει κι άλλους, μικρούς και μεγάλους, έχει για όλους, λίγα βάζεις πολλά παίρνεις, δε θα τα χαλάσουμε, σε συναυλίες, μ’ ευγενικές χορηγίες, εκεί που οι μοδέρνοι κάνουν κλάμπινγκ, οι ροκάδες τζάμινγκ, αϊμ κάμινγκ μπέϊμπι αϊμ κάμινγκ, σε κέντρα πολιτισμού, αίθουσες μαζικού αυνανισμού, σε αμαξοστοιχίες που εκτρέπονται, σε λεωφορεία, νοσοκομεία, τα πόδια κρύα, σε κυλικεία, στην αποικία, τραβώντας μαλακία, κάλμα μπουνάτσα, σαράντα χιλιάδες μέρες, κι άλλες τόσες νύχτες, νηστεία, μ’ αεροπλάνα, και βαπόρια, περιμένοντας τρώμε σπόρια, σε φτωχές συνοικίες, φτωχοί; ου να μου χαθούνε, σα δε ντρέπονται! στα χωριά τα μικρά, λέπια στο μάτι, στις μητροπόλεις που σιγοκαίγονται, εκεί στο κάτι, στη μάνα του διαόλου, μη ντραπείτε διόλου, σε γάμους και βαφτίσια, ελάτε τώρα, πείτε το στα ίσια, βουρ! όλοι στα κυπαρίσσια! εμείς να... εδώ, ταπεινοί παραμένουμε, περιμένουμε, πεδίον δόξης λαμπρόν, στο τέλος χορεύουν στο ταψί, ξυρίζουν τον γαμβρόν, φοβόμαστε, τρέμουμε μα δεν χωλαίνουμε, κωλοτούμπες θα κάνουμε, θα συρθούμε στο χώμα, όχι ακόμα όχι ακόμα! ε τότε πείτε τι θέτε, να σας χορέψουμε, να σας τραγουδήσουμε, σαλτιμπάγκοι θα γίνουμε, γίναμε, πόσο ακόμη να σας αγαπήσουμε, θα πρεπε να σας γαμήσουμε, χάσουμε κερδίσουμε, κακά τα ψέματα, δίχως γαμήσι και σφαγή κανείς δεν βλέπει προκοπή, δεν γίνεται δουλειά έτσι, θα ’πρεπε να τα ξέρουμε αυτά, αλλά ρε παιδιά, βρε παιδιά! είν’ ώρα πάλι το μωρό να νανουρίσουμε, νάνι νάνι, κούπεπέ μέχρι ν’ ανέβει και κείνο στο μπερντέ, όμως ως τότε, σσσς, γλυκά πρέπει να κοιμηθεί, με αξίες, ορθά να γαλουχηθεί, μέσα σε υψηλής, φουλ! ανάλυσης όνειρα, μια γλυκιά μαρμαρυγή για... να ξυπνήσει στον εφιάλτη μιας καμμένης κάρτας γραφικών... οϊμέ! κακό που μας βρήκε!... ωχ συμφορά... μα... μα έχει και μετά... ω!... ωωω!... ωωωωω!... και μετά... εμετά... ως γνωστόν, ως γνωστόν... κάποτε ξεχειλίζει ο βόθρος, βουλώνει το σιφόν, οι κατσαρίδες ντάγκλα απ’ το υπνοστεντόν, στον ορίζοντα ίπταται ο Αρμαγεδδών, φρουτ φρουτ, θα προσποιηθούμε ότι δεν τρέχει τίποτα, χεχε, όπως προσποιούμασταν και στο παρελθόν, όπως προσποιούμαστε γενικά... θα καταδικάσουμε τη βία, απερίφραστα, αναφανδόν, φεύγει πόντος απ’ το καλσόν, απ’ όπου κι αν προέρχεται... η βια... κίνδυνος για τη δημοκρατία... χαχα... τέτοια που ακούω, θα γίνω χάχας... είμαι που είμαι βλάκας... σύγκρουση πολιτισμών, ισθμών, ισμών, η θεωρία τον δύο άκρων, το Κατά Μάρκον, η θεωρία των παιγνίων, δι’ ευχών, των αγίων, ανάψτε τα φώτα, φωτίστε μνημεία, χτίστε μαυσωλεία, σε ένδειξη πένθους, κάνε μου λιγάκι ΡΙΠ κι εγώ αμέσως θα σου κάνω ΡΙΠ, ίσως και ΜΠΙΠ, δώρο πακέτο επιστολές διαμαρτυρίας, γνωστοί τραγουδοποιοί, συνθέτες, χιλιάδες καταθέτες, τριανταένας ποιητές, καλοί μου δικαστές, εικοσιεννιά κατασκευαστές, συνιστούν, βάλε να δέσει το γλυκό, πορείες αντίστασης, συμπαράστασης, περηφάνιας, σπόνσορεντ μπάι, πορείες έστω μιας κάποιας καμπάνιας, μπάι μπάι, πάμε όμως πάλι τώρα, να περνά η ώρα, τ’ ουρανού τα πετεινά, της θάλασσας τα ψάρια, πηγαίνουν με οχτάρια, είχαμε λέει κινήσει γι’ αλλού, ο λύκος της Γουόλ Στρητ ρεαλιστής, νοσηρός, ο Γέρος του βουνού νέτα σκέτα βλοσυρός, ο Ηγέτης του Μετώπου, έτσι να πούμε, ασήκωτα στιβαρός... γκρρρρ, ζήτω το έθνος! από κάτω χαμός! τα συντρόφια επιτόπου, βράζει ο τόπος, έλα μουνί εδώ, στον τόπο τον αχνιστό, μόνο συ ξέρεις τον τρόπο, ζήτω η επανάσταση! σου λέει, πατάμε λάϊκ, αφήνουμε ρεψιά, χρόνια βαρυστομαχιά, γυρίζουμε πλευρό, παλιοκατάσταση, εναλλακτικά, λουλούδια στις κάννες, στα μαλλιά γιρλάντες, λουκάνικο τύπου Τζουμαγιάς, ανεμόμυλοι τύπου Θερβάντες, μα δεν πειράζει, δεν πειράζει, μη σας τρώει το μαράζι, η βροχή και τ’ αγιάζι, από σφαγή σε σφαγή, και δεν θα κόψω το κρασί, η ζωή είναι μικρή, λιλιπούτεια, παραμυθένια, αμάν αμάν ο μουεζίνης, μυρωδιά κηροζίνης, ντινγκ νταν η καμπάνα, στον πλανήτη Κοσταγουάνα, κι ο Νοστρόμο νεκρός, κι άνθρακες ο θησαυρός, και τώρα που το σκέφτομαι, σοβαρά όμως, ίσως μας έσωζε μια πουτάνα, σαν εκείνη τη Μαρία, αλλά τώρα φίλε τσίμπα τρία, γιατί παρά πόδα το όπλο, απέτυχε το κόλπο, δε μας έμεινε μονιά μήτε κρυψώνα, είναι πάντως καλό, να μην ελπίζεις τίποτα, όταν διασχίζεις τον Ρουβίκωνα, από τη μια σφαγή η άλλη, ώσπου να ’ρθει, μ’ έναν τριγμό, αλαλαγμό, και βρυχηθμό, ρρρρόαααρρρ, εκείνη η μεγάλη, ένα τσιγάρο δρόμος, μη διστάζεις, ακόνισε το μαχαίρι, βγάλε απ’ το σεντούκι το κονσερβοκούτι, πιάσε τη τανάλια, τρίξε επιτέλους τα δόντια! σου πρήξαν τα συκώτια, άναψε τα σπαρματσέτα, μπουμπούνισε τη μπόμπα, δεν είσαι μόνος, δεν είσαι συ ο τρελός, εμπρός! χέρια ρε! να βλέπω χέρια ρε μουνιά! όλοι μαζί!... όσο χειρότερο γίνεται τόσο το καλύτερο, το τέλος έρχεται ταχύτερο, και τα σκοτάδια... αχ τα σκοτάδια που άλλη δουλειά δεν έχουν απ’ το να θάβουν νύχτα μέρα τους νεκρούς... κυνηγάνε σαν ορτύκια, πνίγουν σαν τα ποντίκια, θηλιές από φύκια... αυτά τα σκοτάδια... γεμάτα μυστήριο... και δηλητήριο... έχουμε πίστη στο δηλητήριο, εμείς, τουτέστιν, να... έτσι... είπαμε... κύριοι!... τα βλέπω! τα ρέστα μου! χαρτί!... το δηλητήριο... εχ... μας ποτίζει, βάλτε τώρα που γυρίζει... μας θυμίζει... το τελευταίο φύλλο συκής στον άνεμο θροΐζει... θροτ θροτ... η απάντηση πάντως πουθενά, άφαντη, σαν τον Παναή, μη την είδατε... αυτά τα σκοτάδια όμως... λέω... παίρνουν μαζί τους στο έρεβος, και θάβουν... φτυαριές φρίκης... τελευταίες λέξεις... η Φρίκη! η Φρίκη!... ω! κι εσείς εδώ κύριε Κούρτζ; λείπει μωρέ ο Μάρτης απ’ τη σαρακοστή; έλα μου ντε... μα... που είχαμε μείνει; α! για τα σκοτάδια... που θάβουν το λοιπόν και τους ζωντανούς... τρόπος του λέγειν δηλαδή... ναι τα άτιμα, τι σου είναι ρε τα ρημάδια...

text: saunterer – Unreleased & demo stuff... 
music: Sol Invictus – Once Upon A Time, S/T CD, Auerbach Tonträger 2014.


Δευτέρα, 19 Ιουνίου 2017

Θάλασσα



Η θάλασσα με τάραξε, κι άρχισα να κλαίω. Τίποτα, ούτε ποτάμι ούτε πεδιάδα ούτε βουνό, κι ούτε καν ένα δέντρο, ούτε καν ένα σύννεφο, δεν δίνει την ιδέα της ελευθερίας όσο η θάλασσα. Ούτε η ελευθερία δίνει την ιδέα της ελευθερίας όσο η θάλασσα.

text: Curzio Malaparte - Kaputt (1944), μετάφραση Παναγιώτης Σκόνδρας, εκδόσεις Μεταίχμιο 2007.
music: Phil Shoenfelt & Southern Cross – Ballad of Elijah Cain, Dead Flowers For Alice CD, Indies records 1999. 


Κυριακή, 28 Μαΐου 2017

Hugo Race & Fatalists @ Mylos 27/5/2017



Το σύμπαν μπορεί να μη συνωμοτεί ποτέ υπέρ μας –στα τέτοια του βασικά τι κάνουμε μεις- κι ας λέει ότι θέλει ο γνωστός συγγραφέας, αλλά το περασμένο Σαββατόβραδο τουλάχιστον ο καιρός, φόρεσε τα βροχερά του για να υποδεχτεί ακόμη μια φορά στην πόλη, έτσι όπως ταιριάζει, τουλάχιστον στο μυαλό μου, τον Hugo Race και την παρέα του.
Κι αυτή η συνωμοσία της βροχής, φύλασσε κι άλλα ωραία μυστικά για ν αποκαλύψει όσο κυλούσε η νύχτα.

Είχε την Σεμέλη Ταγαρά ν ανοίγει τη συναυλία, όπου με ένα σαξόφωνο και μια φωνή –μα τη φωνή- και λίγη βοήθεια από την τεχνολογία, αποτέλεσε την πιο ουσιαστική support παρουσία, που είχα την τύχη να παρακολουθήσω εδώ και πάρα πάρα πολύ καιρό.

Είχε ακόμη την πιο δεμένη μπάντα του νότου της Ευρώπης κι όχι μόνο, (ειδικά ο ντράμερ τους θα πρέπει να έχει πολύ λίγους ανταγωνιστές σε παγκόσμιο επίπεδο), που γνωρίζει άριστα πως να κρατάει τον ρυθμό και να γεμίζει εμπνευσμένα τον ήχο, όταν βρίσκεται πίσω από θηρία όπως ο Dan Stuart (αν θυμόσαστε, συνόδευσε την εδώ συναυλία του πριν από λίγο περισσότερο από έναν χρόνο), και φυσικά πίσω από τον Hugo Race, που δεν είναι άλλοι από τους Sacri Cuori μεταμορφωμένοι σε Fatalists όταν βρίσκονται μαζί με τον αγαπητό Hugo.
Έστω και με τον Giovanni Ferrario Alliance στην κιθάρα, να αντικαθιστά επάξια την απουσία του γνωστού μας Don Antonio Gramentieri.

Και τέλος και βέβαια, είχε, η βραδιά πάντα, μπροστάρη τον Hugo Race, με τη βραχνάδα του, τα τικ του, τον αισθησιασμό του, την αγριάδα του, τον έμφυτο ρυθμό του, τη ζαλάδα του, στο τέλος είχε πει σκηνής, ένα από τα καλύτερα δείγματα αυτού του πολύ αγαπημένου, ιδιόμορφου και μοναδικού μουσικού είδους, που παράγεται αποκλειστικά και μόνο από Αυστραλούς που ζουν στην Ευρώπη.

Από τη μυσταγωγία μέχρι τον διονυσιασμό, κάτι τέτοια live με παρακινούν να εξακολουθώ να τηρώ την παλιά κακή μου συνήθεια του να πηγαίνω σε συναυλίες, όπου δεν σας κρύβω τελευταία όλο και περισσότερο βαριέμαι. 





         


 

Δευτέρα, 22 Μαΐου 2017

Kleiner Man – was nun?



Μόλις πριν λίγο βγήκε από του Λέμαν, προσωπάρχη των Καταστημάτων Μάντελ, ζήτησε μια θέση εκεί και την πήρε, μια επαγγελματική συναλλαγή πολύ απλή. Αλλά κάπου μέσα του ο Πίνεμπεργκ νιώθει ότι εξαιτίας αυτής της συναλλαγής, και παρόλο που βρίσκεται πάλι από την πλευρά εκείνων που βγάζουν τα προς το ζην, νιώθει πιο κοντά σ’ αυτούς που δεν κερδίζουν τίποτε παρά σ’ αυτούς που κερδίζουν πολλά.
Είναι ένας απ’ αυτούς, μπορεί από τη μια μέρα στην άλλη να βρεθεί κι αυτός εδώ να περιμένει, δε μπορεί να κάνει τίποτε γι’ αυτό, τίποτε δεν τον προστατεύει.
Αλληλεγγύη των υπαλλήλων, έκκληση στον γερμανικό λαό, η εθνική κοινότητα, υπάρχει μόνο μια κοινότητα, η μικροβιακή κοινότητα, δεν πα’ να ψοφήσεις, τι σημασία έχει, υπάρχουν εκατομμύρια σαν εσένα.


text : Hans Fallada – Kleiner Man – was nun? (1932), στα ελληνικά: «Και τώρα ανθρωπάκο;», μετάφραση Ιωάννα Αβραμίδου, εκδόσεις Gutenberg 2017.
music: Spasmodique – The Prophet, Exploring the Magnificent Sound of the Portastudio (sessions from 1982-83), Digital Release 2013. 

another one orphan Fallada



Τετάρτη, 17 Μαΐου 2017

μια κρατημένη ανάσα*



*Στη μνήμη του Θοδωρή του «Τρυποκάρυδου»... καλό ταξίδι ρε φίλε.

Η αιωνιότητα είναι μικρή, δεν είναι τίποτ’ άλλο πέρα από μια κρατημένη ανάσα. Βρέθηκα αρκετές φορές εκεί μέσα, όταν παρέλυαν τα πνευμόνια μου. Είναι σαν να μπαίνεις σ’ ένα παρεκκλήσι. Αυτό είναι το σημείο που τελειώνουν όλοι οι δρόμοι.

... «Αυθαίρετα μπορεί να ζει ο καθένας» λέει ένα γνωστό ρητό· η αλήθεια όμως είναι ότι αυθαίρετα δεν μπορεί να ζήσει κανείς.

text: Ernst Junger - Afrikanische spiele (1936), στα ελληνικά: «Παιχνίδια της Αφρικής», μετάφραση Ελένη Φαφούτη, εκδόσεις Νεφέλη 1987.
music: Edgar Broughton Band – Evening Over Rooftops, self-titled LP, Harvest records 1971.


Δευτέρα, 15 Μαΐου 2017

Top Down



Αν ήμουν απ το Πόρτλαντ (Όρεγκον γιου νόου) κι έπαιζα μουσική σ ένα κλασσικό power τρίο, κιθάρα, μπάσο, ντραμς, οι δύο από τους οποίους διπλοθεσίτες που μοιράζονται τα φωνητικά, γυναικεία και ανδρικά, αν με ηχογραφούσε και μου έκανε παραγωγή ο ίδιος ο Θεός του τόπου, που για μας τους κοινούς θνητούς ακούει στο όνομα Fred Cole, αν συνέβαιναν όλ αυτά που λέτε, τι πιο φυσικό απ το ν αποτελούσα την καταλληλότερη επιλογή, ένα orphan drug ας πούμε, για τους αιώνια καταδικασμένους πάσχοντες από εκείνη την ανίατη αρρώστια, που οι γιατροί ονόμασαν Δεδμουνίαση... (και δεν θέλω γέλια, σεβαστείτε παρακαλώ, τους απανταχού ασθενείς).





Σάββατο, 13 Μαΐου 2017

To στυλ Μάης ’68



Μέρες που είναι, θ’ αρχίσουμε να διαβάζουμε πάλι από δω κι από κει στο δίκτυο κι αλλού, διάφορα ωραία, αλήθειες, μυθεύματα, σοβαρά και γραφικά, πέστε τα όπως θέλετε, για κείνον τον Μάη, τον γαλλικό, του ’68.
Δεν είμαι ειδικός επί του θέματος, αν και τόσα χρόνια από δω κι από κει έχω διαβάσει πολλά, σε φάση δηλαδή υπερβολικής δόσης οπότε κάνω κράτει πια, νισάφι που λένε...
Το παρακάτω μικρό απόσπασμα όμως από μια πρόσφατη συνέντευξη του Ζεράρ Ντεπαρτιέ, αν μη τι άλλο δίνει μια διαφορετική οπτική και –έστω λίγη, μια μπουκιά τόση δα- τροφή για σκέψη... σε όσους θα ήθελαν δηλαδή... να σκεφτούν.

"Ο Ντεπαρντιέ παραδέχθηκε ότι όταν ήταν μικρός έκλεβε και ότι είχε συλληφθεί για αυτό…. ενώ αποκάλυψε ότι στις μεγάλες πορείες του Μάη του ΄68 εκείνος βρισκόταν στο Παρίσι, όχι για να διαμαρτυρηθεί μα για να κλέψει, όπως είπε, ρολόγια και κοσμήματα από τους διαδηλωτές... «Ήταν όλοι τους πλουσιόπαιδα, ο πατέρας μου πουλούσε την εφημερίδα του γαλλικού Κ.Κ. L’Humanité, αλλά δεν ήξερε να διαβάζει: ήταν αναλφάβητος», είπε με αφοπλιστική ειλικρίνεια".

Αν λάβουμε υπόψιν μας και την επιεικώς σιχαμερή, κατάληξη κάποιων εκ των πιο λαμπερών παιδιών του (του Μάη ντε), ανάμεσά τους και τους Έλληνες σπουδάζοντες εκεί τότε,  ίσως να μην και είναι τόσο υπερβολική η άποψη του Ντεπαρτιέ, τουλάχιστον για το καθόλου μικρό κομμάτι εκείνο, που προσομοιάζει ανησυχητικά με τους δικούς μας πάλαι ποτέ Ρηγάδες.

Όσο για το μέλλον που λέει η αφίσα... λέτε να το είχε από τότε στο μυαλό του, κάτι σαν όραμα που καταφτάνει καβάλα σε βόμβα που πέφτει από αεροπλάνο, ο Κον-Μπεντίτ;



Τρίτη, 9 Μαΐου 2017

The Angelus - There Will Be No Peace

Self Release
2017


Ωραίος τίτλος (πολύ ωραίος), ωραίο εξώφυλλο, ωραίος δίσκος, τα φωνητικά υπερβολικά ουράνια για το γούστο μου, οι κιθάρες όμως αρκούντως υπόγειες για τη μαύρη πείνα μου... κάτι πλανάται πάνω απ τα κεφάλια μας, μην είναι κανένα drone, μην είναι ο Αποκαλυπτικός Θεός, μην από κάπου χάνω; δεν ξέρω, τι να σας πω...
Dooμιά, μαυρίλα, Θείλα, θανατίλα, Τεξανίλα... όσοι ψήνεστε από μεταφυσικές ανησυχίες, ψήνεστε από πυρετό, όσοι ψήνεστε γενικώς και αορίστως, εισέλθετε άφοβα στο ναό...
Ο αιδεσιμότατος έχει ανέβει στον άμβωνα κι έχει σηκώσει τα μανίκια του ράσου... εγώ, ταπεινό, σεμνό παπαδοπαίδι από δίπλα, ετοίμασα τα μανουάλια, και την άναψα στο λιβανιστήρι.
Ποίμνιο! Την προσοχή σας... η λειτουργία ξεκινά...



Τετάρτη, 3 Μαΐου 2017

Steve Tallis



Κάνοντας ένα διάλειμμα από τα της «Ξηρασίας», πάμε να γνωρίσουμε έναν αληθινό saunterer, έναν περιπλανώμενο προσκυνητή του ήχου, έναν λευκό aboriginal της Αυστραλίας που ακόμη και για πάντα ακολουθεί τα μισοσβησμένα χνάρια στ αρχαία μονοπάτια των τραγουδιών, έναν χλωμό Αφρικανό μάγο που μπορεί να καλέσει το πουλί της αστραπής και να φέρει τη βροχή με το τραγούδι του, έναν δερβίση της ανατολής που χορεύει περιστρεφόμενος στα βήματα των άστρων, έναν σαμάνο της στέπας που μεταμορφώνει την έκσταση σε νότες, στο τέλος έναν ταπεινό απόγονο Βαλκάνιων μεταναστών στην Αυστραλία των 50s, που από τα έντεκα του χρόνια εκεί πίσω στο 1962, ως σήμερα απλά παίζει τα Blues του δικού του Δέλτα που είναι τόσο μεγάλο όσο να χωράει όλα αυτά κι άλλα τόσα...
Άλλα τόσα που μπορεί να περιέχουν τα ακούσματα της παιδικής του ηλικίας, δηλαδή ζουρνάδες, νταούλια, γκάιντες αλλά και μπουζούκι και ούτι, το rock της εφηβείας από τους Them και τους Animals μέχρι τον Hendrix και τους Loved Ones, τις επιρροές της ενηλικίωσης όπως ο Dylan και ο Buckley, ο Leadbelly και ο Coltrane, και να μη ξεχάσουμε και τον Dr. John (Jsuis le Grand Zombie), και από κει και πέρα τη μουσική του μεγάλου ταξιδιού (πραγματικού μιας και έχει περιπλανηθεί και ζήσει κατα διαστήματα σε όλες σχεδόν τις ηπείρους, αλλά και μουσικού φυσικά) από την μάνα Αφρική μέχρι τα πέρατα του κόσμου.

Υπερβολές; Μπορεί... πάντως μπροστά σ αυτά που ακούμε και διαβάζουμε για τον κάθε εκκολαπτόμενο η σιτεμένο, εγχώριο ή εισαγόμενο «bluesman» ή «rocker», που το μεγαλύτερο κατόρθωμα του είναι μια μέτρια ως κακή αντιγραφή των «επιρροών» του, μπροστά σ αυτά έλεγα, και πολύ σεμνά νομίζω τα έγραψα...

Δύο δείγματα γνωριμίας... η ιεροτελεστία του Papa Loco από το άλμπουμ Loko που έβγαλε με τη βοήθεια των Holy Ghosts πίσω στο 2007 και το Silence in the House of God από το πολύ όμορφο απ το εξώφυλλο ως την τελευταία –σκοτεινή- νότα The First Degree του 2014 αμφότερα στη Zombi music.

Μουσική για τους αληθινούς εραστές της κι όχι τους... επιβήτορες της.