Σάββατο, 2 Δεκεμβρίου 2017

Σκότωσα



Έχουν συνεργαστεί όλες οι φυλές, όλα τα κλίματα, όλες οι πεποιθήσεις. Οι αρχαιότερες παραδόσεις και οι σύγχρονες μέθοδοι. Τα σωθικά και τα ήθη της γης διαταράχθηκαν∙ εκμεταλλευθήκαμε αχαρτογράφητες περιοχές και διδάξαμε σε αθώες υπάρξεις απάνθρωπες τεχνικές. Ολόκληρες χώρες μεταμορφώθηκαν μέσα σε μια μέρα. Το νερό, ο αέρας, η φωτιά, ο ηλεκτρισμός, η ραδιογραφία, η ακουστική, η βαλλιστική, τα μαθηματικά, η μεταλλουργία, η μόδα, οι τέχνες, οι προκαταλήψεις, ο ηλεκτρικός λαμπτήρας, τα ταξίδια, η εστία, η οικογένεια, και η ιστορία του σύμπαντος, είναι η στολή που φορώ. Τα κρουαζιερόπλοια διασχίζουν τους ωκεανούς. Τα υποβρύχια καταδύονται. Τα τρένα τρέχουν. Σειρές από φορτηγά τραντάζονται. Εργοστάσια ανατινάζονται. Στις μεγαλουπόλεις πλήθη κατακλύζουν τους κινηματογράφους και αρπάζουν μανιωδώς τις εφημερίδες. Στα βάθη της υπαίθρου αγρότες σπέρνουν και θερίζουν. Οι ψυχές προσεύχονται. Οι χειρουργοί κάνουν επεμβάσεις. Οι χρηματιστές πλουτίζουν. Οι νονές γράφουν επιστολές. Χίλια εκατομμύρια υπάρξεις έχουν αφιερώσει όλες τους τις ενέργειες, το σθένος τους, το ταλέντο τους, την επιστήμη τους, την ευφυία τους, τις συνήθειές τους, τα συναισθήματά τους, τις καρδιές τους, σε μένα για μια ολόκληρη μέρα. Και ιδού σήμερα βρίσκομαι με το μαχαίρι στο χέρι. Με τον σουγιά του Μπονό. «Χαίρε ανθρωπότητα!». Νιώθω τον παλμό μίας ψυχρής αλήθειας συγκεντρωμένο στην κοφτερή λάμα…
Είμαι εδώ με τα νεύρα ατσαλωμένα, τους μύες τεντωμένους, έτοιμος να βουτήξω μες στην πραγματικότητα. Αψήφησα τις βόμβες, τα κανόνια, τις νάρκες, τη φωτιά, τα αέρια, τα μυδραλιοβόλα, κάθε λογής άγνωστα δαιμονισμένα, συστηματικά, τυφλά πυροβόλα.
Θα αντιμετωπίσω τον άνθρωπο. Που μου μοιάζει. Έναν πίθηκο. Οφθαλμόν αντί οφθαλμού, οδόντα αντί οδόντος. Τώρα είμαστε οι δυο μας. Μια γροθιά, μια μαχαιριά. Χωρίς οίκτο. Ρίχνομαι στον ανταγωνιστή μου. Καταφέρνω ένα μοιραίο χτύπημα. Το κεφάλι του σχεδόν αποκολλάται. Σκότωσα... Όπως κάποιος που θέλει να ζήσει.

image: Kathe Kollwitz - The Carmagnole (Dance Around the Guillotine) 1901.
text: Blaise Cendrars - J’ai tue (1918), στα ελληνικά: “Σκότωσα, μετάφραση Γιάννης Λειβαδάς, εκδόσεις Futura 2017.
music: They Say The Wind Made Them Crazy – Holy Longing, Far From The Silvery Light LP, Tofu Carnage Records, 2016. 



Κυριακή, 26 Νοεμβρίου 2017

Οι πειρατές της ουτοπίας



«Ο Κάπταιν Μίσιον δεν φοβήθηκε τον Πανικό, την ξαφνική, αβάσταχτη γνώση ότι όλα είναι ζωντανά.
Ήταν ο ίδιος ένας απεσταλμένος του Πανικού, της γνώσης ότι ο άνθρωπος πάνω απ’ όλα φοβάται: την αλήθεια της καταγωγής του. Είναι τόσο κοντά. Απλώς σβήστε τις λέξεις και κοιτάξτε».

Από το Ghost of  chance (Μία στις χίλιες) του William S. Burroughs.   



Ένα θαλασσινό παραμύθι με πειρατές και λεμούριους για μεγάλα παιδία, ή ένας επαναστάτης ήρωας και μια επαναστατική κοινότητα που πράγματι υπήρξε;

Ένας ωραίος μύθος για να εμπνέονται κατοπινοί επαναστάτες με ή χωρίς εισαγωγικά (συνήθως με), ή η ιστορία μια επανάστασης με κεντρικό σύνθημα Ελευθερία, ισότητα, αδελφοσύνη, εκεί κάπου στα τέλη του δέκατου έβδομου και τις αρχές του δέκατου όγδοου αιώνα, ογδόντα περίπου χρόνια πριν από την Αμερικάνικη (1776), εκατό πριν από την Γαλλική (1793), και πάνω από διακόσια πριν την Ρώσικη (1917) επανάσταση;

Μια ου-τοπία με την έννοια ότι δεν υπήρξε, ότι βρισκόταν ακριβώς στο «πουθενά», ή μια ουτοπία που πήρε έστω και για λίγο, για τον χρόνο της άμμου μιας μικρής παιδικής κλεψύδρας, για ένα ανοιγοκλείσιμο του ματιού, σάρκα και οστά στη δική της μοιραία ακτή;

Μια χούφτα -ίσως λίγο περισσότερο γενναίοι απ’ ότι όλοι οι ναυτικοί- άντρες, ακτινοβόλοι ήρωες, που σάλπαραν σ’ ένα μπάρκο επιχειρώντας το αδύνατο, σάλπαραν για επικίνδυνες θάλασσες σε νεραϊδένιες έρημες χώρες, πρόσω ολοταχώς για μια άγνωστη γη…όχι για τις Δυτικές Ινδίες και την Αμερική, αλλά για μια γη πλασμένη με το υλικό που είναι πλασμένα τα όνειρα, για ένα μικρό αστέρι μέσα σ’ ένα άλλο αστέρι, όπου θα μπορούσαν περήφανοι να αποκαλέσουν…ΠΑΤΡΙΔΑ… σάλπαραν για μια τελευταία ίσως ευκαιρία, στο τελευταίο και μεγαλύτερο ανθρώπινο όνειρο.

Γιατί αυτό και ήταν τελικά…μια μικρή ιστορία που σώθηκε στον χρόνο, και μια μεγάλη ευκαιρία που χάθηκε για τον κόσμο.

Μια ιστορία που και να μην ήταν αληθινή, κάποιος θα έπρεπε να την εφεύρει και να τη διηγηθεί. Και αυτό το έκανε ο Κάπταιν Τσαρλς Τσόνσον όταν τη συμπεριέλαβε στη Γενική Ιστορία των Πιο Διαβόητων Πειρατών που εκδόθηκε το 1724, και υποτίθεται ότι βασίζεται σε κάποια γαλλικά χειρόγραφα, τα απομνημονεύματα του Μίσιον, που διασώθηκαν από ένα μέλος του πληρώματος και αλλάζοντας πολλά χέρια κατέληξαν στον Τσόνσον για να αποτελέσουν μεταφρασμένα κομμάτι του βιβλίου του.   

Αυτά τα χειρόγραφα λοιπόν μιλούν για τον μικρότερο γιο μιας οικογένειας από την Προβηγκία, που έφυγε από το σπίτι στα δεκαπέντε του για να σπουδάσει στη στρατιωτική ακαδημία κι έπειτα να γίνεται εθελοντής και υπηρετεί στο γαλλικό πολεμικό πλοίο Βικτουάρ που επιτηρεί στη Μεσόγειο. 

Ενώ βρίσκεται με άδεια στην Ρώμη και κατά τη διάρκεια μιας εξομολόγησης, ο Κάπταιν Μίσιον (ή Μισσόν, έτσι κι αλλιώς πρόκειται για το «ναυτικό» και «πολεμικό» του όνομα, το πραγματικό του παραμένει άγνωστο) γνωρίζεται με τον Καρατσιόλι, έναν «ακόλαστο» Δομινικανό ιερέα, που έχει χάσει πια την πίστη του και ψάχνει μια άλλη διέξοδο.

Μοιραζόμενοι κοινές ανησυχίες και όνειρα, συνδέονται αμέσως με βαθιά φιλία και αφού πρώτα ο Καρατσιόλι πετάξει το ράσο του, θα γίνει και αυτός μέλος πληρώματος, όπου με τον καιρό θα προσηλυτίσει ολοκληρωτικά τον Μίσιον στην αθεΐα και τις ελευθεριακές-αναρχικές ιδέες. 

Αν και το μετέπειτα σύνθημα των εξεγερμένων «Για τον Θεό και την Ελευθερία» μάλλον σαν θεϊσμός ακούγεται παρά σαν αθεΐα, αλλά στο περιβάλλον των αρχών του 18ου αιώνα αυτοί οι όροι μπορούσαν εύκολα να εναλλαγούν όπως σωστά σημειώνει ο Peter Lamborn Wilson.

Σε μια μάχη με κάποιο αγγλικό πλοίο ο πλοίαρχος και οι αξιωματικοί του Βικτουάρ σκοτώνονται και τότε το πλήρωμα παίρνει την τύχη του καραβιού στα χέρια του, και με την προτροπή του Καρατσίολι προτείνει τον Μίσιον για την θέση του πλοιάρχου, πρόταση που γίνεται αποδεκτή παμψηφεί, ενώ η νεκροκεφαλή του Χαμογελαστού Ρότζερ (Jolly Roger) απορρίπτεται ως σύμβολο, μιας που αυτοί «δεν ήταν πειρατές, αλλά άνθρωποι αποφασισμένοι να κάνουν πράξη την ελευθερία που τους έδωσε ο θεός και η φύση» κατά τα λόγια του Καρατσιόλι, για να υψωθεί τελικά ένα λευκό λάβαρο με την λέξη «Ελευθερία» (ή κατά άλλους «Για τον Θεό και την Ελευθερία» όπως ανέφερα και πιο πάνω).

Τα υπάρχοντα του πλοίου -όπως και η λεία κάθε πειρατείας από εδώ και πέρα- μοιράζονται σε όλους σε ίσα μέρη, στρίβουν το τιμόνι και ξεκινούν για το νέο τους μεγάλο ταξίδι, στη ρότα του οποίου όπως τους προειδοποίησε ο Μίσιον, θα έβρισκαν ελάχιστους φίλους.

Αν και η αλήθεια είναι ότι οι περισσότεροι ναυτικοί των πλοίων που θα κούρσευαν στο μέλλον θα ερχόταν στο πλευρό τους. Όπως και οι έγχρωμοι δούλοι που πολλές φορές αποτελούσαν το μεγαλύτερο μέρος του φορτίου τους. Όπως και ο εγγλέζος πειρατής Κάπταιν Τιού –το μόνο αδιαμφισβήτητα, ιστορικό πρόσωπο της ιστορίας- μαζί με τους άνδρες του, που συνάντησαν κάπου στη διαδρομή και συνέχισαν μαζί.

Όλοι αυτοί θα πιάσουν λιμάνι στο βορειότερο άκρο της Μαδαγασκάρης, κοντά στο Ντιέγκο Σουάρεζ ή Αντσιράνα (κοντά σε μέρη που από χρόνια διάφορα πειρατικά πλοία έβρισκαν καταφύγιο και μαζί ορμητήριο), εκεί όπου μια καινούργια πατρίδα, μια ουτοπία γεννιέται και το όνομα αυτής: Λιμπερτάτια (Libertatia). 

Οι πειρατές απαρνούνται τις προηγούμενες -Αγγλικές, Γαλλικές, Ολλανδικές, κ.ο.κ.-εθνικότητες, και παίρνουν το όνομα Λίμπεροι (Ελεύθεροι).
Το πρόταγμα αφορά όλους, είναι απλό και δυνατό: «Προσφέρουμε καταφύγιο σ’ όλους εκείνους που υποφέρουν στον κόσμο από την τυραννία των κυβερνήσεων, έλα σε μας και ζήσε σύμφωνα με τα Άρθρα,» ή πιο απλά: γίνε Έναρθρος. 

Τα Άρθρα τυπώνονται, μοιράζονται, και ορίζουν ανάμεσα στ’ άλλα: ψηφοφορία για όλες τις αποφάσεις που αφορούν την κοινότητα, κατάργηση της δουλείας για οποιονδήποτε λόγο ακόμη και για χρέος (…), κατάργηση της θανατικής ποινής, την ελευθερία να ακολουθούν οποιαδήποτε θρησκευτική πίστη ή λατρεία, χωρίς διάκριση έθνους ή χρώματος.

Οι Έναρθροι ζευγαρώνουν με ιθαγενείς γυναίκες, παιδιά γεννιούνται, μαζί γεννιέται και μια νέα γλώσσα, ένα μίγμα γαλλικών, αγγλικών, ολλανδικών, πορτογαλικών, τοπικών διαλέκτων, και όποιας άλλη γλώσσας μιλιέται στην κοινότητα.   

Η ατομική ιδιοκτησία καταργείται, ο πλούτος φυλάσσεται σε ένα κοινό θησαυροφυλάκιο, τα αγροτεμάχια δεν έχουν σύνορο, χτίζονται αποβάθρες και οχυρά, κατασκευάζονται δύο νέα πλοία, η Παιδική Ηλικία και η Ελευθερία.
Οι διαφωνίες υπάρχουν αλλά λύνονται. Κάποιοι αποχωρούν για να ιδρύσουν μια ακόμη πιο «άναρχη» κοινότητα. 

Ο χρόνος κυλά, καινούργιες πειρατείες επιτυγχάνονται, μάχες με τα πλοία του «νόμου» δίνονται και κερδίζονται, ο παλιός κόσμος όμως, και οι συνήθειές του αντιστέκονται. 

Η διολίσθηση σε μεθόδους όπως η θανατική ποινή, το χρήμα, την ιδιωτική περιουσία, τη μισθωτή εργασία και εν τέλει την ολοκληρωτική (;) παρακμή σταματάει απότομα την βραδιά που μια φυλή ιθαγενών - ανάμεσά της ποιος ξέρει, ίσως να υπήρχαν και τέως δούλοι που είχαν ελευθερωθεί από τον Μίσιον και τους συντρόφους του- επιτίθεται στην Λιμπερτάτια, και καθώς λόγο της απουσίας στη θάλασσα πολλών εκ των πολεμιστών της τελευταίας οι επιτιθέμενοι διαθέτουν ισχυρή υπεροπλία, κατασφάζουν άνδρες, γυναίκες και παιδιά, και την ισοπεδώνουν.

Όσοι από τους Λιμπερτατιανούς καταφέρνουν υποχωρώντας μαχόμενοι -σαράντα έξι μαζί με τον Μίσιον- να επιζήσουν, φορτώνουν όσα από τα λάφυρα μπορούν και προλαβαίνουν να πάρουν μαζί τους, επιβιβάζονται στα πλοία και ανοίγονται στη θάλασσα.

Έπειτα από αρκετές βδομάδες θα συναντήσουν τον Τιού ο οποίος τις μέρες της καταστροφής βρισκόταν εν πλω με προορισμό την έταιρη φίλη πειρατική κοινότητα, κοντά στο λιμάνι της οποίας αφού πρώτα βούλιαξε σε μια θάλασσα από ρούμι μαζί με τους άνδρες του, έχασε και το πλοίο του, το ιστορικό Βικτουάρ, αύτανδρο στα κύματα μιας καταιγίδας. Αυτός θα προτείνει στον Μίσιον να πάνε στην Αμερική όπου ήταν άγνωστος και να ζήσουν ειρηνικά και ανώνυμα.

Ο Κάπταιν Μίσιον όμως («ο ηπιότερος άνθρωπος/ απ’ όσους βύθισαν ποτέ πλοίο ή έκοψαν λαρύγγι», κατά τον Λόρδο Μπάιρον) απογοητευμένος από τον άδοξο τέλος του μεγάλου ονείρου, αποφασίζει να γυρίσει στη γενέτειρα του, να επισκεφτεί την οικογένεια του και να αποσυρθεί απ’ τον κόσμο. 

Σ’ αυτό το ταξίδι της επιστροφής, θα πέσουν μέσα σε άγριο τυφώνα, και το πλοίο το Μίσιον θα χαθεί αύτανδρο και αυτό στα κύματα, με τον Τιού και τους υπόλοιπους επιζήσαντες να παρακολουθούν το ναυάγιο από μακριά, από το δικό τους πλοίο, ανήμποροι να βοηθήσουν.

Ο Τιού θα φτάσει τελικά στο Ροντ Άιλαντ και θα ζήσει εκεί ήρεμα μακριά από τη θάλασσα πολλά χρόνια. Θα σκοτωθεί στη Ερυθρά θάλασσα, από μια οβίδα εκτοξευμένη από πλοίο του Μεγάλου Μογγόλου, όπου με το πειρατικό του ο Τιού έκανε επίθεση, αφού δεν άντεξε και συναίνεσε τελικά στις παραινέσεις κάποιων εκ των παλιών του ναυτών, για ένα ακόμη τελευταίο ταξίδι.

Ο γέρο-Μπίλ Μπάροουζ και πάλι, από κάπου μακριά, εκεί στων πόλεων τις κόκκινης νύχτας την άκρη, περπατώντας σε λιθόστρωτους δρόμους εκφωνεί το κατευόδιο: 

«Το δικαίωμα σου να ζεις όπου θέλεις εσύ, με συντρόφους που τους διάλεξες ο ίδιος, και με νόμους με τους οποίους συμφωνείς, πέθανε το δέκατο όγδοο αιώνα  μαζί με τον Κάπταιν Μίσιον. Μόνο ένα θαύμα ή μια καταστροφή θα μπορούσε να το αναστήσει.»

Πηγές: 
- Οι πειρατές της ουτοπίας του Larry Law, μετάφραση Νίκος Σ. Αλεξίου, εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος.
- Οι πόλεις της κόκκινης νύχτας του William S. Burroughs, μετάφραση Νίκος Ρέγκας-Δημήτρης Κουμανιώτης, εκδόσεις Απόπειρα.
- Μια στις χίλιες του William S. Burroughs, μετάφραση Ορέστης Δαβιάς, εκδόσειςΟξύ. 
- Πειρατικές ουτοπίες του Peter Lamborn Wilson, μετάφραση Ιουλία Ραλλίδη, εκδόσεις Αλεξάνδρεια. 
- A General History of the Robberies & Murders of the Most Notorious Pirates (1726) του Captain Charles Johnson, Lyons Press. 

text: saunterer – Οι πειρατές της ουτοπίας για τη στήλη “Παραμυθία” του πέμπτου, καλύτερου και τελευταίου τεύχους, του περιοδικού Straw Dogs που βγήκε τον Φεβρουάριο του 2015.
music: Couleur Locale – Azer, Live @ 6th Houdetsi Festival 2015.



Τετάρτη, 15 Νοεμβρίου 2017

Saint Peter’s Day Festival*




Το βράδυ στην αγρυπνία ο Ροκαμαδούρης ο Μυστήριος, ίσως για να σπάσει την αμήχανη σιωπή και τη μελαγχολία που έπεφτε σαν σεντόνι πάνω μας, διηγήθηκε μια παραλλαγή  ενός παλιού χασικλίδικου ανέκδοτου.

Είχε το χάρισμα στις ιστορίες ο Ροκαμαδούρης… μας είπε λοιπόν, με τον χτύπο της βροχής που έπεφτε έξω να του δίνει τον ρυθμό, για έναν τύπο που αγαπούσε παθιασμένα το rock and roll, όπως όλοι μας σε εκείνο το δωμάτιο, γι’ αυτό άλλωστε είχαμε βρεθεί εκεί, και μία ωραία μέρα εντελώς ξαφνικά όπως συνήθως συμβαίνει, έσκασε μύτη στον παράδεισο, και μάλιστα τον υποδέχτηκε μια μεγάλη φωτεινή ταμπέλα που έγραφε:

Saint Peter’s Day Festival

Πέρασε λοιπόν  διστακτικά  την  αφύλακτη  είσοδο,  και βρέθηκε  σε έναν τεράστιο, καταπράσινο ανοιχτό χώρο, όπου λάμβανε  χώρα, όπως  άρχισε να καταλαβαίνει περιπλανώμενος  από σκηνή σε σκηνή, ένα rock φεστιβάλ που όμοιό του ούτε στα πιο τρελά όνειρα δεν είχε κατορθώσει να δει…

Στη  μεγάλη  σκηνή  ο Jim απειλούσε  ξανά  και  ξανά μπροστά στο μικρόφωνο τον πατέρα του ότι θα τον σκοτώσει, αλλά όταν ήταν να το παραχοντρύνει με τη μάνα του το έκοβε αμέσως και ξανάρχιζε απ’ την αρχή. Ο Jimi, λιγωμένος, κοιτούσε τα κορίτσια κάτω, η Janis τ’ αγόρια, ο Keith ξεκινούσε να χτυπάει τα τύμπανα και όλο κάτι του καθόταν  στραβά  και  σταματούσε,  χαμός σου  λέω έλεγε ο Ροκαμαδούρης…

Ο φίλος μας όμως, όπως συνήθιζε και εδώ κάτω, προσπέρασε στα γρήγορα και κατευθύνθηκε στις μικρότερες σκηνές…
Στην πιο μεγάλη απ’ τις μικρές το πράμα άρχιζε να κοχλάζει… μπροστά τρεις ντυμένοι με μαύρα δερμάτινα και ο ένας απ’ αυτούς, κοντός, κακός και άσχημος να ουρλιάζει 1-2-3-4 στο διηνεκές, R.A.M.O.N.E.S, RAMONES, ρε πούστη μου, φώναξε εκστασιασμένος ο νεοφερμένος! Ω ρε, γλέντια!

Πίσω τους ο Stiv Bators πλακωνόταν  με τον Johnny Thunders, o Lester Bangs κάτι σημείωνε, o Sid με το μπάσο ανάποδα έψαχνε μάλλον κανένα χοντρό κεφάλι να το κοπανίσει, o Lux δοκίμαζε τη γόβα του, ο Joe περπατούσε δίπλα στο γρασίδι  παρέα με τον σκύλο  του, καιη Nico έκανε βόλτα με το ποδήλατό της τον «ψάρακα» Lou, δείχνοντάς του τα κατατόπια.

Μιας που είπα Sid, τον άλλον τον Syd όσο κι αν έψαξε δεν μπόρεσε να τον πετύχει πουθενά. Ήταν κι απ’ τον άλλον κόσμο χαμένος, όπως και πριν, από τον πραγματικό.

Σε μια γωνιά αποτραβηγμένο πέτυχε τον Ian αμίλητο και σκυθρωπό, στην απέναντι τον Cobain στην ίδια κατάσταση, όμως η απληστία του τον έκανε να κίνησει για παρακάτω, με τη σιωπηλή υπόσχεση ότι θα ξαναγύριζε εδώ σύντομα

Είδε από μακριά το πηγαδάκι των Nikki Sudden, Epic Soundtracks, Jeffrey Lee Pierce, και Rowland S. Howard, όπου  αναρωτιόντουσαν  ψιθυριστά  πώς  τη  γλίτωσε  η κουφάλα ο Jeremy Gluck, και τους MC5 επίσης σε πηγαδάκι να περιεργάζονται την αφίσα που έφτιαξε ειδικά για το φεστιβάλ ο άρτι αφιχθείς Gary Grimshaw και να αναμένουν χαιρέκακα τους υπόλοιπους δύο της μπάντας που εξακολουθούν  να τη σκαπουλάρουν. Τα ίδια και ο Ron Asheton, είχε μια έκφραση σαν να έλεγε «αν είναι δυνατόν να έρθω πρώτος εγώ εδώ, και ο άλλος να το παίζει ακόμη τεντιμπόης εκεί κάτω».

Με τα μάτια ορθάνοιχτα από την απληστία όμως, ο φίλος μας συνέχισε να προχωρά…

Ο Bruno Adams ερχόταν απ’ το βάθος με τον TownesVan Zandt αγκαλιά τραγουδώντας το «Snake Song», ενώ σε μία ακόμη  μικρότερη  σκηνή  εκεί κοντά  διέκρινε  το Moodists μπλουζάκι  του Ποθουλάκη,  το  κόκκινο  πουκάμισο  του Πλούτο  μαζί και το θολό του βλέμμα, και τον Johnny Jewel σκυφτό στην κιθάρα του να κουρδίζει πάνω στο «Heatwave».

Το κοινό, όλες οι ανθρώπινες φυλές και φυσικά αυτές του Rock and roll, από ροκαμπίλια, mods και φρικιά μέχρι πάνκιδες, γκράντζερς και σούγκεϊζερς, περιφέρονταν, άραζαν στο γρασίδι, κάποιοι είχαν αρχίσει τον χορό κι ας μην είχε ξεκινήσει ακόμη η μουσική.

Εδώ είμαι σκέφτηκε, θα αράξω και θα περιμένω ν’ αρχίσουνε, εδώ είμαι γαμώτο! και δεν μπορούσε να κρατήσει μέσα τη χαρά, που έβγαινε από το πρόσωπό του με τη μορφή ενός μεγάλου και συνεχόμενου χαμόγελου.

Έπιασε και έστριψε ένα τσιγάρο από τα ξέχειλα βάζα που  υπήρχαν  αραδιασμένα  με τάξη  σε πάγκους  σιγοτραγουδώντας  εύθυμα «θεέ  μου μεγαλοδύναμε  που είσαι ψηλά εδώ πάνω», και όταν γύρισε να ψάξει κάποιον να του δώσει φωτιά,  ένας μουσάτος τύπος με χλαμύδα, σαν χίπης του παλιού καιρού, τον πλησίασε.

Είδε το καρτελάκι Backstage Pass που κρεμόταν στο στήθος του και συνοφρυώθηκε.
Saint Peter, έγραφε, με μεγάλα μπολντ γράμματα.
Ο μουσάτος τον κοίταξε με μάτια γεμάτα κατανόηση και του είπε:

«Αγόρι μου, ξέχνα το τσιγάρο και θυμήσου ένα παλιό ανέκδοτο  που  άκουγες  εκεί κάτω  και γέλαγες  σαν  χάχας. Αν είχαμε και φωτιά φίλε έλεγε, θα ήταν ο παράδεισος και όχι η κόλαση, θυμάσαι; Κι αυτούς εδώ μην τους κοιτάς έτσι, μια φορά τον χρόνο στη γιορτή μου τους βγάζουμε εδώ έξω να πάρουν λίγο αέρα και να χαρούν, κουρδίζοντας και κάνοντας  soundcheck. Δεν  υπάρχει περίπτωση  να ξεκινήσουν  να παίζουν, καμιά ώρα ακόμη θα τους αφήσω να χαίρονται και να περιφέρονται, κι ύστερα, όλοι μαζί, βουρ για εκείνη τη μεγάλη πόρτα που είδες μπαίνοντας αριστερά. είχαμε  σβήσει την ταμπέλα για λίγο να ξεχαστούν. Γι’ αυτό τρέχα στην άλλη πύλη απέναντι  δεξιά να χαιρετίσεις  μερικά γνωστά  σου άτομα που περιμένουν  να σε δουν, και ύστερα έλα γρήγορα απέναντι εκεί που σου είπα. Θα ανάψουν σε λίγο και την ταμπέλα δεν υπάρχει περίπτωση να χαθείς. Ανοίγεις απλά την πόρτα και αρχίζεις να κατεβαίνεις τις πολλές δυστυχώς μα  πάρα  πολλές σκάλες…  αλλά  μη  σε νοιάζει, μόνο μια φορά τον χρόνο είπαμε γίνεται αυτό».

Welcome to Hell

Το άλλο πρωί ακολουθώντας  πεζοί τη σκουπιδιάρα που πήγαινε  μπροστά, έζεχνε  κάθε γνωστή και  άγνωστη βρωμιά, και ξερνούσε πηχτό μαύρο καπνό στον ουρανό, με τους κασμάδες  και τα φτυάρια στους ώμους ξεκινήσαμε γεμάτοι αλλόκοτη  χαρά, ήταν όλα παράξενα  φωτεινά μετά τη βραδινή βροχή, τα χόρτα όσο πλησιάζαμε στο νεκροταφείο χόρευαν σαν τρελά στον αέρα που άλλαζε συνεχώς κατεύθυνση θαρρείς και ερχότανε από όλα τα σημεία του ανεμολογίου ταυτόχρονα.

Στην είσοδο σταματήσαμε  όταν μας χαιρέτισε ο φύλακας, έτεινε το χέρι στον πρώτον  από μας, για να το κρατήσει έτσι μετέωρο για λίγο και να το μαζέψει αμήχανα πίσω, μιας και όλοι μας τον αγνοήσαμε κοιτώντας τον όμως στα μάτια, μέχρι που πέρασε μπροστά του ολόκληρη η πομπή.

Το χώμα ήταν παγωμένο, σκληρό, όμως σκάψαμε βαθιά, σκάψαμε  ιδρώνοντας  σαν  καουμπόηδες  παρ’ όλη την παγωνιά.
Έπειτα η σκουπιδιάρα  έκανε μανούβρα  και ήρθε με την όπισθεν στην άκρη της τρύπας όπου ανασήκωσε την καρότσα της και άρχισε να ρίχνει…

Βινύλια  και CD, καμένες  χορδές, δαγκωμένα  μικρόφωνα και σπασμένα τύμπανα, αφίσες και βιβλία, άπειρα σταμπωτά μπλουζάκια, τόνους από τρίχες, τρίχες μακριές, κόκκινες, κίτρινες, πράσινες, φαβορίτες, μούσια, μερικά μουστάκια,  παντελόνια  τζην και δερμάτινα,  στενά, σωλήνες, καμπάνες και βερμούδες, σαλβάρια και φουλάρια, ζώνες, κονκάρδες, σταυρούς και πεντάλφες, σήματα της ειρήνης, περικυκλωμένα  άλφα, μπότες, αθλητικά και άρβυλα, χαϊμαλιά, μια δυο σαγιονάρες, λουριά, καρφιά, ουρλιαχτά και αναστεναγμούς, come on και baby και yeah, αμέτρητα   οινοπνευματώδη με αδιαμφισβήτητο   πρωταθλητή  το ουίσκι, και άλλα  τόσα ναρκωτικά  γνωστά, άγνωστα και κάποια που ίσως ακόμη δεν έχουν ανακαλυφθεί, και άλλο τόσο σπέρμα, λίγο αίμα και πολλά ξερατά, άθεους, θεούς της Ανατολής, σατανάδες, πάνες και Διόνυσους, μα και λίγους χριστιανούς, σάλια, μισόλογα και απελπισμένους  στίχους  της καψούρας, της σούρας και της μαστούρας, στάχτες γλυκών ονείρων, ολόκληρες κομμάτες εφιαλτών, επαναστατικές κραυγές που ακολουθούνταν συνήθως από ρεψίματα της βαρυστομαχιάς, οιδιπόδεια συμπλέγματα, κατάθλιψη και τάσεις αυτοκτονίας σε οικονομική συσκευασία, αυτισμό, ματαιοδοξία, κι αλλά πολλά στην τρύπα που σύντομα θα γινόταν ο ανεμοδαρμένος τάφος του Rock and Roll.

Ένας ξερακιανός, που παπά τον λέγανε, μουρμούρησε κάτι που εκλάβαμε όλοι σαν προσευχή  αν και σίγουρα δεν ήταν, πέταξε το τσιγάρο του, έφτυσε, γύρισε την πλάτη, πέρασε περπατώντας σκυφτός τον λιθόστρωτο κήπο του νεκροταφείου φτάνοντας στην είσοδο, και χάθηκε στο σοκάκι  των ανεμοστρόβιλων.  Σιωπηλοί, σέρνοντας τα βήματά μας ακολουθήσαμε…

Στον δρόμο για το σπίτι όπου οι γυναίκες είχαν φτάσει ήδη και ετοίμαζαν τον καφέ, το ζίτο, και γέμιζαν τα ποτήρια  με κονιάκ, ο Ροκαμαδούρης  ο Μυστήριος  φορώντας πάντα το αγαπημένο του μπλουζάκι που έγραφε «Rock and roll is dead… MOON», έπιασε πρώτος το τραγούδι, για να μπούμε ολόκληρη αυτή η θλιβερή σκούρα γραμμή στο ρεφρέν

«Rock and roll heroes rock and roll dreams, rock and roll theories rock and roll schemes, you gave me the best years of my life, thank you for the best years of my life»...

*Στη μνήμη του Fred Cole. 
text: saunterer – Από τη λάθος πλευρά, εκδόσεις Απόπειρα 2014. 
music: Barracudas – The Best Years, Wait For  Everything LP, Shake The Record Label 1991.