Δευτέρα, 16 Οκτωβρίου 2017

to the wind



Στα χρόνια των παππούδων μας
οι μύλοι του νησιού είχανε φτερά,
αυτά που ο Δον Κιχώτης νόμιζε
χέρια γιγάντων. Τώρα είναι ασάλευτα.

Οι γείτονες μας θριαμβολογούν
που επαληθεύτηκαν οι λογικές τους
ερμηνείες. Δεν υποπτεύονται
πόσο μίζερη έγινε η ζωή μας
με τους ανάπηρους ανεμόμυλους.


text: Γιώργης Μανουσάκης - Τα Ποιήματα 1967-2007, Τόμος Β’, Ανέκδοτα - Αθησαύριστα, εκδόσεις Γαβριηλίδη 2013.
music: Machine – To The Wind, Machine Digital EP, 2013. 


Δευτέρα, 9 Οκτωβρίου 2017

poor man's moody blues


...θα το δείτε, έλεγε, θα γυρίσουν για να τα μοιραστούν όλα οι παπάδες, οι γκρίνγκος, και οι πλούσιοι και τίποτα για τους φτωχούς, βέβαια, γιατί αυτοί θα ’ναι πάντα τόσο γαμημένοι που αν μια μέρα, θα το δείτε, τα σκατά έχουν κάποια αξία, οι φτωχοί θα γεννιούνται χωρίς κώλο, έλεγε...

text: Gabriel Garcia Marquez - El otoño del patriarca (1975), στα ελληνικά «Το φθινόπωρο του Πατριάρχη», μετάφραση Κλαίτη Σωτηριάδου – Μπαράχας, εκδόσεις Λιβάνη 1984.
music: Mother & Son – The Hanging Tree, Mother and Son LP, Impedance records 2010.


Κυριακή, 1 Οκτωβρίου 2017

Herbsttag



Κύριε· είναι καιρός. Το θέρος κράτησε πολύ,
τις σκιές σου ρίξε στους ωροδείκτες
και λευτέρωσε, στους κάμπους, τους ανέμους.

Πρόσταξε τους γυμνούς καρπούς να γινωθούνε·
δυο μέρες νότου δώρισέ τους ακόνη,
κάνε τους να βιαστούν να ωριμάσουν πια,
και ξεκλείδωσε την άκρα μέθη στο βαρύ κρασί.

Όποιος δεν έχει τώρα στέγη, δε θα χτίσει ποτέ.
Όποιος μονάχος είναι τώρα, για καιρό θα μείνει·
θα διαβάζει, θ’ αγρυπνά, θα γράφει
και θα πλανιέται ανήσυχος
σε στράτες με δεντρόφυλλα παρατημένα
να σέρνονται στο χώμα.

text: Rainer Maria Rilke - Herbsttag (1902), στα ελληνικά: «Φθινοπωρινή μέρα», μέσα από το βιβλίο «Στον άνεμο μετέωρος θε να μαι», μετάφραση Χρήστος Κολτούκης, εκδόσεις Ελεγεία 2008.
music: Western Skies Motel – Garden, Settlers LP, Lost Tribe Sound 2016. 


Τρίτη, 26 Σεπτεμβρίου 2017

Lover of the Bayou




Κόντευε η ώρα δώδεκα, μεσάνυχτα μιας οποιασδήποτε υγρής και απύθμενης νύχτας, κι εγώ τριγυρνούσα και πάλι μονάχος στους βάλτους που απλώνονταν αχανείς δυτικά της πόλης, στα μέρη όπου ακόμη σαπίζουν τα χαλάσματα παλιών χωριών… και καιρών, εκεί που τα μάτια των αγίων, των ερπετών και των δαιμόνων λάμπουν σαν κεριά μέσα στη νύχτα.

Χωρίς κανέναν σκοπό, γιατί έτσι… απλά η σιχασιά που μου προκαλούσαν πια οι άνθρωποι ήταν μικρότερη από αυτήν που μου προκαλούσαν τα ερπετά… τώρα που το σκέφτομαι ξανά, τα τελευταία αν μου προκαλούσαν… 

Ο αέρας στιγμές αλυχτούσε σαν πεινασμένος λύκος και άλλοτε θρηνούσε ηχώντας σαν το πιο θλιμμένο όργανο που ακούστηκε ποτέ στον κόσμο, την γκάιντα. 

Το σκοτάδι όπως πάντα μου έδειχνε τον δρόμο, όταν τον είδα να πλησιάζει από μακριά μέσα στην αχλή του βάλτου. Πρώτα φάνηκαν τα μάτια του που έλαμπαν στο σκοτάδι όπως το κόκκινο κρασί μέσα στο κρύσταλλο.

Ήταν χλωμός, σχεδόν κίτρινος σαν ιερό λησμονημένο από θεούς κι ανθρώπους σκεύος, ή σαν τη μέσα άκρη του δεξιού μου δείκτη, με μια βαθιά ουλή που διαπερνούσε σχεδόν ολόκληρο το πρόσωπο. 

Μαζί με το μαχαίρι, κρατούσε κι έσερνε πίσω του έναν σάκο γεμάτο με κάθε λογής σκουπίδια και μύριζε θειάφι, βούρκο, σαπίλα και σκοτάδι βαθύτερο κι από της αφέγγαρης νύχτας.

Μου είπε ότι ερχόταν από μια πόλη που όπως ο Δον Κιχώτης, δεν θέλει να θυμάται το όνομά της.  “Κι εγώ το ίδιο” του απάντησα, και τότε μου έκανε νόημα με το χέρι να κάτσω στο υγρό χώμα, σαν να έλεγε “σαν στο σπίτι σου”.

“Πουλάω γάτες και δόντια και μαλλιά, μα και άλλα θαυμαστά, και αγοράζω πράγματα που ίσως ο κόσμος θέλει να ξεφορτωθεί” σύριξε δυσοίωνα, και με μιάς τράβηξε μια νυχτερίδα απ’ το σακί και άρχισε να τη μαγειρεύει πάνω στη λάσπη που άπλωσε σαν ταψί ανάμεσά μας, προσφέροντάς μου το αίμα της σε ένα σκουριασμένο κονσερβοκούτι… γιατί στο αίμα δεν χωράνε ψέματα, και ήπιε άσπρο πάτο μπροστά στα έκπληκτα μάτια μου.
 
Όσο η νύχτα, μαζί και το αποτρόπαιο δείπνο και μεθύσι προχωρούσαν, τόσο πιο αλλόκοτες γίνονταν οι ιστορίες που με την ίδια συριστή, ανατριχιαστική φωνή εξιστορούσε. 

Ιστορίες για το φίδι, και όλα τα ερπετά αυτού και άλλων κόσμων, που, έρποντας πάνω τους, γνωρίζουν όλα τα μυστικά τους. Κι αυτός που ξέρει τη γλώσσα τους ακούει και τους μιλά… 

Για τους μεγάλους σαν σκύλους, και ακόμη περισσότερο, και άγριους σαν λύκους αρουραίους που κυκλοφορούν κάτω απ’ τα λαμπρά φώτα και μέσα στα πολυτελή κτίρια των πολιτειών. 

Για το σημάδι του φονιά που από χρόνια στο πρόσωπο κουβαλά, και άλλα πολλά, που αυτά, μαζί με ό,τι αγόρασα και, το κυριότερο, ό,τι πούλησα εκείνη τη νύχτα, εγώ δεν θέλω να θυμάμαι.

Μονάχα να… εκείνη η θλίψη η παλιά, ένας πόνος, μια φαγούρα σε ένα πόδι που δεν υπάρχει πια, ακόμη φωλιάζει σ’ αυτήν που δεν κατέχω έπειτα από κείνη τη βραδιά, τη δόλια την ψυχή μου.

Λίγο πριν χαθεί, όσο πλησίαζε το χάραμα, εκείνη την παράξενη ώρα που θα μπορούσε να είναι και σούρουπο και μόνο τα στοιχειά έξω περπατούν, τοποθετώντας προσεκτικά το εμπόρευμα μέσα στον σάκο, μου είπε τούτο εδώ μαζί και το όνομά του, που αυτό κι αν θέλω να ξεχάσω.

“Πουθενά δεν υπάρχουν δύο ίδιοι λόφοι ή και δύο ίδιες πόλεις, αλλά σ’ όλη τη Γη, αυτός που πουλάει μ’ αυτόν που αγοράζει, ειδικά πράγματα σαν κι αυτά που εμπορεύομαι εγώ, μοιάζουν τελικά σαν δύο σταγόνες νερό… ενός οποιουδήποτε βάλτου”.


text: Η ιστορία «Κι ένα Τζονσοντράγουδο για μένα: Κάτω στου βάλτου τα χωριά» μέσα από το βιβλίο του saunterer: Από τη λάθος πλευρά, εκδόσεις Απόπειρα 2014.
music: The Byrds – Lover Of The Bayou, Untitled LP, Columbia 1970,
πλα(τ)ς μια ακόμη ωραία διασκευή από τους Voyagers! αυτή τη φορά, και το ψηφιακό τους Live EP του 2012.




Πέμπτη, 21 Σεπτεμβρίου 2017

as below so above



Όταν πεθαίνεις η ψυχή σου πετά και βρίσκεται ενώπιον του Θεούλη, ο οποίος κρίνει και αποφασίζει ποιός πάει στον ουρανό και ποιός στην κόλαση. Ζητάει να μάθει το μέσο ετήσιο εισόδημά σου και πρέπει, για να τεκμηριώσεις τα λεγόμενά σου, να προσκομίσεις είτε μια καρτέλα μισθοδοσίας είτε τη φορολογική σου δήλωση. Όλοι αυτοί που διαπιστώνεται πως έχουν εισόδημα υψηλότερο από ένα ορισμένο ποσόν πηγαίνουνε στον ουρανό, οι άλλο παίρνουν το δρόμο για την κόλαση. Ελέγχονται επίσης και τα ρούχα σου...

Θα έπρεπε να γεννηθούμε αλλιώς. Να γεννηθείς πλούσιος και μαλάκας, το μαλακισμένο πλουσιόπαιδο ενός τραπεζίτη ή εφοπλιστή. Αυτό, μελαψέ, είναι το μόνο όνειρο που αξίζει τον κόπο να κάνει κανείς. Πέρα απ αυτό, όλα τ άλλα δεν αξίζει ούτε να τα ονειρεύεσαι πως τα ονειρεύεσαι.
Γι αυτό κι εμείς δεν ονειρευόμαστε τίποτε, μελαψέ. Δεν φταίς εσύ ούτε εγώ. Είμαστε κακογεννημένοι. Τελεία και παύλα. 


text: Bernard-Marie Koltès - Quai Ouest (1985), στα ελληνικά: Δυτική αποβάθρα, μετάφραση Βασίλης Παπαβασιλείου, εκδόσεις Άγρα 2014.

music: Velvet Powder – Sinner’s Day, The Past Is In Front And The Future Behind LP, Zombies On Mars Records 2017. 


Παρασκευή, 15 Σεπτεμβρίου 2017

σελινιακή τροφή




-       Δε θες τίποτα;
-       Όχι… όχι γλυκιά μου!
Δε θέλω ποτέ τίποτα, εγώ… τ’ αρνιέμαι όλα… ούτε ένα φιλί… ούτε μια πετσέτα!... θέλω να φέρω στη μνήμη μου!... θέλω να μ’ αφήσουν!... ναι! όλες τις μνήμες… τις περιστάσεις! το μόνο που ζητώ! ζω ακόμη περισσότερο απ’ το μίσος παρά απ’ τα ζυμαρικά!... όμως το σωστό μίσος! όχι το περίπου!... και με την ευγνωμοσύνη! πόση!... πλημμυρίζω!...

text: Louis-Ferdinand Céline - D'un château l'autre (1957), στα ελληνικά: Από τον έναν πύργο ο άλλος, μετάφραση Αχιλλέας Αλεξάνδρου, εκδόσεις Γνώση 1984. 
music: Spirit Valley – Abyss, Digital Single 2014. 



Πέμπτη, 7 Σεπτεμβρίου 2017

no generation gap



Ελπίζω στη νέα γενιά
αυτή που απ τα γεννοφάσκια της
παρέα με τους γονείς
βυζαίνει ταμπλέτες και κινητά
την ταΐζουν με τα σκουπίδια
που αποκαλούν «πιστοποιημένα προϊόντα»
την ποτίζουν χημεία
της απαγορεύουν δια παντός
του άγριου την ανησυχαστική μαγεία
οι μυστικοί της κήποι
βρίσκονται μέσα σε αποστειρωμένα
εμπορικά κέντρα
και ιδρύματα πολιτισμού
εκεί κι ο χαμένος παράδεισος της
την ντύνουν ομοιόμορφα
απ’ άκρη σ’ άκρη του κόσμου
κι ας μη φορά στολή
της επιβάλουν τον ρυθμό της μηχανής
για μουσική
της φορούν χαλκάδες και πομάδες
την αρωματίζουν λες και
κλάνει ασύστολα
και μαζί της φεύγει τσιρλιπίπι
σ’ αυτά τα παιδιά λοιπόν
πιστεύω και ελπίζω
ότι
από τη πολύ την τσόντα
το κουτσομπολιό
τις δραστηριότητες
τον αθλητισμό
τον τουρισμό
τον καφέ
τα γκέιμς
τις ταινίες
τις υπηρεσίες
τις διαδικτυακές φιλίες
τους ποπ και ροκ
και μούβι και τίβι σταρς
την μαλακία
τις οθόνες
τα πτυχία
την αυτοφωτογραφία
την επικοινωνία
την πληροφορία
τα πλυμένα σιδερωμένα όνειρα
ξένοιαστοι και με μουσική
το μυαλό τους μια μέρα
ξένοιαστοι με χαμόγελο
ταξίδια και μουσικές
η φάση
σαν διαφήμιση καρτοκινητής
το μυαλό τους όμως
μια ωραία μέρα
το ξαναλέω, ελπίζω
θα βαρέσει μπιέλα
και τότε
σαν να τους τσίμπησε μύγα
ξαφνικά
θ’ αποσυνδεθούν απ’ το δίκτυο
θα πετάξουν με αηδία τα τηλέφωνά τους
θα φτύσουν στα μούτρα μας
στα μούτρα τους
κι έπειτα στις χούφτες τους
θ’ αρπάξουν γερά
ένας τον γκασμά άλλος το φτυάρι
βάλτε ένα χέρι όλοι παιδιά
πάμε! έι οπ!
και θ’ αρχίσουν
με αφοσίωση και πείσμα
σαν να θέλουν να χαλάσουν το παιχνίδι
για να βρουν που είναι κρυμμένο
το θαύμα
θ’ αρχίσουν να σκάβουν
πιο βαθιά, όλο και πιο βαθιά...
ντίπερ που θα λέγαμε στην καθομιλουμένη
και ίσως, ποιος ξέρει
και μακάρι Θεέ μου, δηλαδή
στο τέλος τα καταφέρουν
τον απόπατο αυτόν
που τους παραδίδεται για σπίτι
να τον κάνουν άπατο!
Ως τότε, παρακαλώ μη πετάτε χαρτιά στη λεκάνη
κι ο τελευταίος μη ξεχάσει να τραβήξει το καζανάκι.
Ευχαριστώ.

text: saunterer – Demo & unreleased stuff.
music: DIN – Components, Demo Cassette + Digital Album, 2012.



Πέμπτη, 31 Αυγούστου 2017

Μες την τσέπη μου χάσκει ένα χρέος



Η ελευθερία υπάρχει πάντα. Aρκεί να καταβάλεις το τίμημα.


text: Henry De Montherlant - Carnets (1957).
music: Lance Canales & The Flood – Freedom, Elixir, Digital Album 2012. 


Τετάρτη, 9 Αυγούστου 2017

Λένε πως θα βρέξει



Τη μέρα, τα πουλιά πετάνε χαμηλά, οι μύγες τσιμπάνε
δυνατά, μα ποτέ δεν βρέχει.
Οι δρόμοι κυλάνε σκονισμένοι, οι άνθρωποι περπατούν
σκυφτοί, κοιτούν γύρω, ξύνουν το κεφάλι τους απορημένοι.

Στο θρηνερό σούρουπο, πάντα αστράφτει κάπου μακριά,
στους αρχαίους άπιαστους ορίζοντες, κι ύστερα έρχονται
από τη δύση διαμελισμένα τα σύννεφα.
Κρέμονται πάνω απ’ τα κτίρια σαν πολυκαιρισμένες,
λιγδερές μαυροκόκκινες σημαίες, ώσπου να σκοτεινιάσει,
έπειτα φεύγουν και χάνονται, τα καταπίνει το σκοτάδι.

Όταν πια πέφτει η νύχτα, και τα φώτα ανάβουν, κι όλοι
διψάνε για δροσιά, κι αέρα και έρωτα, μα το μόνο που
βρίσκουν είναι ξανά η δυστυχία, σ’ έναν άρρωστο νοτιά,
σε χλιαρά ποτά και πλαστικούς εραστές, τότε… η πόλη
μοιάζει πια σαν πιστή ζωγραφιά της ψυχής των κατοίκων
της, μια πιστή ζωγραφιά της ψυχής μου.

Κι όμως αυτό που θα ’θελα, θα θέλαμε όλοι,
φαντάζει τόσο απλό.
Να ’μαστε λέει οι σταγόνες της βροχής, οι νότες της
αιώνιας μουσικής, σάρκα στα οστά της γης, οι άνθρωποι
μιας γλυκόπικρης παντοτινής γιορτής…
να ’μαστε λέει οι άνθρωποι μιας πόλης ακόμη ζωντανής…
κι όχι νεκροζώντανοι, γυαλισμένες εικόνες, κίβδηλες,
μιας άδειας ατέλειωτης στιγμής.

Λένε πως θα βρέξει, οι ειδικοί…
Μην τους πιστεύεις. Το τύμπανο της βροχής από τα χέρια
σου πρέπει να ακουστεί, βροχοποιός θα γίνεις εσύ.

text: Χρήστος Πελτέκης - Συγκομιδή από την εποχή της ξηρασίας, εκδόσεις orphan drugs 2017.
music: Lee Clayton – 10000 Years/Sexual Moon, Naked Child LP, Capitol 1979.