Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2016

Axe And The Oak - Electrocution




Για τους λεγάμενους είχα γράψει κάτι λίγα πριν λίγα χρόνια, οπότε ας μην επαναληφθώ όπως συνηθίζω...
Έφτασε ο καιρός και έβγαλαν τον πρώτο τους δίσκο, ο οποίος δεν είναι τόσο καλός όσο θα ήλπιζε κανείς, αλλά κι ούτε τόσο κακός ώστε να τον προσπεράσεις αβλεπί...
Ακούστε το New από το βιντεάκι, έπειτα προωθηθείτε στο bandcamp τους και βγάλτε συμπέρασμα μόνοι σας.

more orphan axes and oaks
bandcamp



Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2016

Κι ο κάπελας κουβάλαγε τις μπύρες σα να ‘ταν καντηλέρια...



«Χριστέ και Παναγία!» φώναξ ο κύριος Τόντα «τι κάνει αυτός ο άνθρωπος, παίζει ταμπούρλο με το μαραφέτι του;»
«Α, ναι ειν ο Κάρελ Γκάϊντος, μπάσταρδος κι αυτός. Το κάνει και στα πανηγύρια» έκαν η επιστάτισσα...

Στο καπηλειό οι άντρες ξελαρυγγιαζόντουσαν: «Το φθινόπωρο π ανθίζουν οι ντάλιες...»
Κ οι γυναίκες σκορπίσανε με κλάματα και παν απ το χωριό κρεμάστηκε βρεμένο το φεγγάρι και μές στο καπηλειό, μούσκεμα ο κάπελας κουβάλαγε στο κάθε χέρι τα ποτήρια με τις μπύρες σαν να τανε καντηλέρια.

«Στο κάτω καπηλειό παίζει μουσική...» τραγουδάγανε στην αίθουσα κι απ το τραγούδι κόντευαν να ξεκολλήσουνε τα κεραμίδια. Κ ένας απ τους τραγουδιστές μεσ στη φούρια του τράβηξε την κουρτίνα, γκρεμίστηκε το κουρτινόξυλο μαζί με τα κουρτινάκια και τα βολανάκια και πλάκωσε το μεθύστακα, που ακουμπισμένος στον τοίχο διεύθυνε τ ακορντεόν και το ταμπούρλο δίχως κανείς να του το ζητήσει. Χαθήκανε κι αυτοί κάτ απ τα κουρτινάκια και τα βολανάκια κι από κάτω ξεπροβάλανε μονάχα δυό χέρια που διευθύνανε, δυό χέρια που παίζαν ακορντεόν κ ένα χέρι που βάραγε απ το πλάι το ταμπούρλο.

Ο δάσκαλος ο Κρίστοφ Γιάβουρεκ, ο μπάσταρδος, βγήκε απ το καπηλειό, πήγε τρικλίζοντας στο φωτισμένο τ αποχωρητήριο, γλίστρησε και κουτρουβάλησε στον τούρκικο τον κατραμωμένο τον απόπατο...

Ένας μ άσπρο πουκάμισο, πολύ στο κέφι, βγήκε μπρός στο καπηλειό και φώναξε στο φεγγάρι που χε κρεμαστεί πάνω απ τις στέγες: «Όποιος πεινάει, έχω στο σπίτι χήνα ψητή και πάπια και φασιανό! Μια λέξη κ έφυγα τρεχάτος! Στο σπίτι μας απ το πολύ φαΐ ξερνάει πια κι ο σκύλος!»
Μα κανένας δεν τ αποκρίθηκε κ έτσι τράβηξε τρικλίζοντας κατά τ αποχωρητήριο. Εκεί κατούρησε το δάσκαλο στο στήθος.

«Χαρούμενα τα νιάτα μου, βάσταξαν πολύ λίγο, άααχ...»
Τραγούδαγε όλο το καπηλειό με καινούργια δύναμη και πάλι χέρια γαντζώθηκαν στους σβέρκους και στις μέσες κ οι φλέβες στους λαιμούς φουσκώσανε και το ταβάνι του καπηλειού τραντάζονταν κι ο κεφάτος μουστερής στ αποχωρητήριο τραγούδαγε κι αυτός: «... και γω δεν είμαι πια παιδί...» και σήκωσε τα χέρια και χόρευε μονάχος του.

Κι ο δάσκαλος ήτανε ξαπλωμένος στο κατραμωμένο τ αυλάκι... κι απ το καπηλειό βγήκε τρέχοντας έν ανθρωπάκι κ έκλαιγε και φώναζε να τόνε πάρει πια ο Θεός...

«Μετά το γλέντι τις πιο πολλές φορές έχουμε χεσίδι» είπ η επιστάτησα και πρόστεσε: «Αυτός που βλέπετε είν ο Κάρλιτσεκ Χέμελου, τρομπετίστας στους πυροσβέστες. Μια φορά που χε πιάσει πυρκαγιά δεν έβρισκε την τρομπέτα του κι έτσι έφερνε γύρα το χωριό κ έπαιζε βιολί και φώναζε: «Φωτιά... φωτιά... φωτιά!»...

Ο τρομπετίστας σούρθηκε ίσαμε τις τσουκνίδες στον τοίχο του νεκροταφείου, σκαρφάλωσε και μ ένα καρφί σκάλισε πάνω στο σμάλτο όπου λαμπύριζε το φως του φεγγαριού:
«Ορκίζομαι πως ποτέ πια...»
«Έ! Καρλίκο, άσε τα σκαλίσματα, ακούς;» του φώναξ η επιστάτησσα «μη γρατζουνάς τον τάφο του μπαμπάκα μου, ακούς;»
Μα το χέρι του τρομπετίστα γλίστρησε κι ακούστηκε το καρφί να γδέρνει το σμάλτο και να τραβάει μια γραμμή σαν αστραπή ίσαμε το χώμα.
Κι ο τρομπετίστας αποκοιμήθηκε με το καρφί στο χέρι.

Απ το ποτάμι γυρνάγαν τα κορίτσια. Το φεγγαράκι τα σπρωχνε απαλά στην πλάτη και τ ανάγκαζε να ποδοπατάνε τη σκιά τους...

«Σαν παραμύθι όμορφα, δεν κράτησαν πολύ, άαας...» τραγούδαγαν λιοκαμένοι άντρες μες στο καπηλειό και καμαρώνανε σα να τιμάγανε με το τραγούδι τον ίδιο τους τον εαυτό...

Κι ο κάπελας κουβάλαγε τις μπύρες σα να ταν καντηλέρια.

text: Bohumil Hrabal – Automat Svet, στα ελληνικά «Ο κόσμος το αυτόματο», μετάφραση Ρενέ Ψυρούκη, εκδόσεις Αίολος 1981.
music: Dream Syndicate – My Old Haunts, Ghost Stories LP, Enigma records 1988.




Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2016

RT N' The 44s


Καμιά φορά ξέρετε σκέφτομαι...
Τι ωραία θα ήταν να είχα μια φωνή, έτσι λιγάκι σαν του Johnny Cash, και 2-3 φίλους που να το λέει η καρδιά τους, να βγαίναμε μια γύρα και να μαζεύαμε από τα σκουπίδια κομμάτια κι αντικείμενα που θα τα κάναμε μουσικά όργανα.
Κι ύστερα να τα φορτώναμε, μαζί κι εμείς, μαζί κι ένα βαρέλι απόσταγμα απ το κρυφό, επάνω στο παλιό  το αγροτικό, και να πηγαίναμε μέσα από σκονισμένους δρόμους και χορταριασμένα μονοπάτια...

Every morning I drive this same old car and every night I play in a different bar

Κι αν το LA μας πέφτει όντως λίγο μακριά, σίγουρα θα τα καταφέρναμε ως την Τιμισοάρα... να τριγυρνάμε μέρα νύχτα σαν την άδικη κατάρα... ώσπου να βαρεθούμε κι εκεί, και να κινήσουμε ξανά, τραγουδώντας πάντα πάνω στην ίδια τη γραμμή, που στο τέλος της μέρας οδηγεί, ευθεία στου τάφου την αμετάκλητη σιωπή.

Κόβοντας την πλάκα τώρα, ο RT και η παρέα του είναι από τους πιο καινούργιους στην μακριά λεπτή γραμμή της folk και country μουσικής που οι ρίζες τους χάνονται στους άγνωστους μουσικούς της υπαίθρου, του δρόμου και του χρόνου, και ακολούθησαν τραγουδοποιοί όπως ο Woody Guthrie o Townes Van Zandt, o Steve Young…

Τα τραγούδια τους, που οι ίδιοι, νομίζω εύστοχα, τα χαρακτηρίζουν Folk Noir και Country Blues, μου κρατούν συντροφιά εδώ κανέναν χρόνο τώρα, και όλο έλεγα να τους γράψω ένα ωραίο κείμενο έτσι τιμητικά και όλο το ανέβαλα, οπότε σήμερα που βρήκα χρόνο και διάθεση να ακούσω μουσική και ακούω εδώ και ώρες μια μικρή συλλογή που έχω φτιάξει με κομμάτια από όλους τους δίσκους τους, συν κάποια από τα προσωπικά του RT Valine, έφτασε η ώρα κι ας είναι το κείμενό μου για τα...χαντάκια του δρόμου.





         

  

Τετάρτη, 12 Οκτωβρίου 2016

Béatrice Demi MOndaine



Αδέρφια! Το ξέρω έχω χαθεί από προσώπου γης, κι είναι –παράξενο πόσο- πολλά τα τραγούδια και οι δίσκοι που δεν μοιράζομαι μαζί σας όλον αυτόν τον καιρό που ο ιστότοπος αυτός φυτοζωεί, για σοβαρότερους λόγους εκτός της βαρεμάρας, που δεν είναι όμως του παρόντος...

Για την Beatrice όμως, είμαι κάτι παραπάνω από πρόθυμος όχι μόνο να καθίσω να γράψω αυτές τις γραμμές ξεπερνώντας σαν αίλουρος όλα τα εμπόδια, αλλά θα ήμουν πρόθυμος λέω να υποστώ ότι κακουχία μπορεί να προέρθει από ένα χέρι που κρατά ένα ηλεκτρικό τρυπάνι, έναν τροχό, μια αλυσίδα, ένα μαστίγιο, οτιδήποτε από αυτού του είδους τα ευγενικά αντικείμενα τέλος πάντων.

Και δε λέω, την μπάντα που φέρει το (ψευδ) όνομά της, Demi Mondaine, και τρέχει εδώ και μια δεκαετία μαζί με τον κιθαρίστα Mystic Gordon, μας τη συστήνει ακόμη και ο Iggy Pop, και είναι χάρμα οφθαλμών και ώτων, αλλά είναι η συνεργασία της με τον γνωστό ελπίζω στους αναγνώστες του orphan drugs κύριο κύριο Dimi Dero, στο Orange Beach του 2013 και βέβαια το περσινό The Color Book που μας κάνει –ναι ναι και σας που διαβάζετε, είμαι σίγουρος- να συνωστιζόμαστε μπροστά στην σκηνή για να δεχτούμε πρώτοι την γλυκιά διάτρηση του τρυπανιού της Beatrice... Δείτε το δεύτερο βίντεο παρακάτω και θα καταλάβετε τι εννοώ.

Εντάξει, χωρίς πλάκα τώρα, η ζημιά έχει γίνει –και θα γίνει και σε σας, είμαι επίσης απόλυτα σίγουρος- από το πρώτο στη σειρά βίντεο, απλά μετά και το δεύτερο (δύο ΦΟΒΕΡΑ τραγούδια όπου και η Beatrice και ο Dero δίνουν ρέστα) δεν υπάρχει επιστροφή... αν υπήρχε δηλαδή έπειτα από την οπτικοακουστική πανδαισία του Paris sous la Neige…

Με τιμή και ειλικρινά δικός σας αναγνώστες μου, ειλικρινά δικός σου Beatrice, σας χαιρετώ και χάνομαι στα στενά τραγουδώντας γαλλικά… Α Παγιιιιιιι καντ αν αμουγ φλεργιιιιιιι...