Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2016

τα ρημάδια της ζωής



Σαν πρώην άνθρωπος πρέπει να ξεριζώσω από μέσα μου κάθε ιδέα και κάθε αίσθημα που είχα άλλη φορά... Αυτό μπορεί νάναι σωστό... Αλλά γιατί τότε... εγώ και όλοι εμείς δε θα φτιάξουμε τίποτα αν τα απορρίψουμε αυτά τα αισθήματα;

-       Εδώ αρχίζεις να μιλάς λογικά ενθαρρύνει ο δάσκαλος.

-       Μας χρειάζεται κάτι άλλο, ένας άλλος τρόπος να δούμε τη ζωή, άλλα αισθήματα... μας πρέπει κάτι νέο, γιατί και μεις οι ίδιοι είμαστε ένας νεωτερισμός στη ζωή.

-       Το δίχως άλλο, εμείς έχουμε απ αυτό, λέει ο δάσκαλος.

-       Και τι μας χρειάζεται αυτό λέει «Το Τέλος». Δεν είναι αδιάφορο ό,τι λένε κι ότι σκέπτονται;  Εμείς δεν έχουμε πολύ να ζήσουμε... Εγώ είμαι σαράντα χρονών, εσύ πενήντα... κανένας από μας δεν είναι κάτω από τριάντα... Μα και είκοσι χρονών αν είμαστε, δε θα πηγαίναμε πολύ ζώντας μια τέτοια ζωή.

-       Κι ύστερα τι είδος νεωτερισμοί είμαστε μεις; μουρμουρίζει ο Αποφάγιας, η αλαναρία ζούσε σ’ όλες τις εποχές.

-       Μα οι αλανιάρηδες έφτιαξαν τη Ρώμη! λέει ο δάσκαλος.

-       Μα βέβαια, βέβαια, λέει χαρούμενα ο ίλαρχος, μήπως ο Ρωμύλος και ο Ρώμος δεν ήτανε κι αυτοί από τους ξυπόλυτους;
Και μείς όταν θάρθει η ώρα μας, και μεις θα φτιάξουμε κάτι
    
-       Ταραχές στους δρόμους! φωνάζει ο Αποφάγιας. Και γελάει ευχαριστημένος. Είναι ένα απαίσιο, καυστικό γέλιο. Τον υποστηρίζει ο Σίμτσοφ και ο διάκος, ο «Ενάμιση Τάρας». Τα απλοϊκά μάτια του χαμινιού, του Μετέωρου, γυαλίζουν ζωηρά και τα μάγουλά του κοκκινίζουν.
«Το Τέλος» μιλά, θα έλεγε κανείς πως τραβάει σφυριές πάνω στα κεφάλια.

-       Όλα αυτά είναι βλακείες... ονείρατα... τίποτε δεν στέκεται...

Ήτανε παράξενο ν ακούει κανείς να συζητάνε αυτοί οι ξεπεσμένοι της ζωής, οι κουρελιάρηδες, μουσκεμένοι στο οινόπνευμα, στο μίσος, στην ειρωνεία και στη λάσπη. 


text – Μαξίμ Γκόρκι – Τα ρημάδια της ζωής, μετάφραση Κοραλία Μακρή, εκδόσεις Κοροντζή 1980. 
music – La Mancha Negra – Lonesome Whistle, La Mancha Negra LP, Zenith Records 2013. 


Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2016

Axe And The Oak - Electrocution




Για τους λεγάμενους είχα γράψει κάτι λίγα πριν λίγα χρόνια, οπότε ας μην επαναληφθώ όπως συνηθίζω...
Έφτασε ο καιρός και έβγαλαν τον πρώτο τους δίσκο, ο οποίος δεν είναι τόσο καλός όσο θα ήλπιζε κανείς, αλλά κι ούτε τόσο κακός ώστε να τον προσπεράσεις αβλεπί...
Ακούστε το New από το βιντεάκι, έπειτα προωθηθείτε στο bandcamp τους και βγάλτε συμπέρασμα μόνοι σας.

more orphan axes and oaks
bandcamp



Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2016

Κι ο κάπελας κουβάλαγε τις μπύρες σα να ‘ταν καντηλέρια...



«Χριστέ και Παναγία!» φώναξ ο κύριος Τόντα «τι κάνει αυτός ο άνθρωπος, παίζει ταμπούρλο με το μαραφέτι του;»
«Α, ναι ειν ο Κάρελ Γκάϊντος, μπάσταρδος κι αυτός. Το κάνει και στα πανηγύρια» έκαν η επιστάτισσα...

Στο καπηλειό οι άντρες ξελαρυγγιαζόντουσαν: «Το φθινόπωρο π ανθίζουν οι ντάλιες...»
Κ οι γυναίκες σκορπίσανε με κλάματα και παν απ το χωριό κρεμάστηκε βρεμένο το φεγγάρι και μές στο καπηλειό, μούσκεμα ο κάπελας κουβάλαγε στο κάθε χέρι τα ποτήρια με τις μπύρες σαν να τανε καντηλέρια.

«Στο κάτω καπηλειό παίζει μουσική...» τραγουδάγανε στην αίθουσα κι απ το τραγούδι κόντευαν να ξεκολλήσουνε τα κεραμίδια. Κ ένας απ τους τραγουδιστές μεσ στη φούρια του τράβηξε την κουρτίνα, γκρεμίστηκε το κουρτινόξυλο μαζί με τα κουρτινάκια και τα βολανάκια και πλάκωσε το μεθύστακα, που ακουμπισμένος στον τοίχο διεύθυνε τ ακορντεόν και το ταμπούρλο δίχως κανείς να του το ζητήσει. Χαθήκανε κι αυτοί κάτ απ τα κουρτινάκια και τα βολανάκια κι από κάτω ξεπροβάλανε μονάχα δυό χέρια που διευθύνανε, δυό χέρια που παίζαν ακορντεόν κ ένα χέρι που βάραγε απ το πλάι το ταμπούρλο.

Ο δάσκαλος ο Κρίστοφ Γιάβουρεκ, ο μπάσταρδος, βγήκε απ το καπηλειό, πήγε τρικλίζοντας στο φωτισμένο τ αποχωρητήριο, γλίστρησε και κουτρουβάλησε στον τούρκικο τον κατραμωμένο τον απόπατο...

Ένας μ άσπρο πουκάμισο, πολύ στο κέφι, βγήκε μπρός στο καπηλειό και φώναξε στο φεγγάρι που χε κρεμαστεί πάνω απ τις στέγες: «Όποιος πεινάει, έχω στο σπίτι χήνα ψητή και πάπια και φασιανό! Μια λέξη κ έφυγα τρεχάτος! Στο σπίτι μας απ το πολύ φαΐ ξερνάει πια κι ο σκύλος!»
Μα κανένας δεν τ αποκρίθηκε κ έτσι τράβηξε τρικλίζοντας κατά τ αποχωρητήριο. Εκεί κατούρησε το δάσκαλο στο στήθος.

«Χαρούμενα τα νιάτα μου, βάσταξαν πολύ λίγο, άααχ...»
Τραγούδαγε όλο το καπηλειό με καινούργια δύναμη και πάλι χέρια γαντζώθηκαν στους σβέρκους και στις μέσες κ οι φλέβες στους λαιμούς φουσκώσανε και το ταβάνι του καπηλειού τραντάζονταν κι ο κεφάτος μουστερής στ αποχωρητήριο τραγούδαγε κι αυτός: «... και γω δεν είμαι πια παιδί...» και σήκωσε τα χέρια και χόρευε μονάχος του.

Κι ο δάσκαλος ήτανε ξαπλωμένος στο κατραμωμένο τ αυλάκι... κι απ το καπηλειό βγήκε τρέχοντας έν ανθρωπάκι κ έκλαιγε και φώναζε να τόνε πάρει πια ο Θεός...

«Μετά το γλέντι τις πιο πολλές φορές έχουμε χεσίδι» είπ η επιστάτησα και πρόστεσε: «Αυτός που βλέπετε είν ο Κάρλιτσεκ Χέμελου, τρομπετίστας στους πυροσβέστες. Μια φορά που χε πιάσει πυρκαγιά δεν έβρισκε την τρομπέτα του κι έτσι έφερνε γύρα το χωριό κ έπαιζε βιολί και φώναζε: «Φωτιά... φωτιά... φωτιά!»...

Ο τρομπετίστας σούρθηκε ίσαμε τις τσουκνίδες στον τοίχο του νεκροταφείου, σκαρφάλωσε και μ ένα καρφί σκάλισε πάνω στο σμάλτο όπου λαμπύριζε το φως του φεγγαριού:
«Ορκίζομαι πως ποτέ πια...»
«Έ! Καρλίκο, άσε τα σκαλίσματα, ακούς;» του φώναξ η επιστάτησσα «μη γρατζουνάς τον τάφο του μπαμπάκα μου, ακούς;»
Μα το χέρι του τρομπετίστα γλίστρησε κι ακούστηκε το καρφί να γδέρνει το σμάλτο και να τραβάει μια γραμμή σαν αστραπή ίσαμε το χώμα.
Κι ο τρομπετίστας αποκοιμήθηκε με το καρφί στο χέρι.

Απ το ποτάμι γυρνάγαν τα κορίτσια. Το φεγγαράκι τα σπρωχνε απαλά στην πλάτη και τ ανάγκαζε να ποδοπατάνε τη σκιά τους...

«Σαν παραμύθι όμορφα, δεν κράτησαν πολύ, άαας...» τραγούδαγαν λιοκαμένοι άντρες μες στο καπηλειό και καμαρώνανε σα να τιμάγανε με το τραγούδι τον ίδιο τους τον εαυτό...

Κι ο κάπελας κουβάλαγε τις μπύρες σα να ταν καντηλέρια.

text: Bohumil Hrabal – Automat Svet, στα ελληνικά «Ο κόσμος το αυτόματο», μετάφραση Ρενέ Ψυρούκη, εκδόσεις Αίολος 1981.
music: Dream Syndicate – My Old Haunts, Ghost Stories LP, Enigma records 1988.




Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2016

RT N' The 44s


Καμιά φορά ξέρετε σκέφτομαι...
Τι ωραία θα ήταν να είχα μια φωνή, έτσι λιγάκι σαν του Johnny Cash, και 2-3 φίλους που να το λέει η καρδιά τους, να βγαίναμε μια γύρα και να μαζεύαμε από τα σκουπίδια κομμάτια κι αντικείμενα που θα τα κάναμε μουσικά όργανα.
Κι ύστερα να τα φορτώναμε, μαζί κι εμείς, μαζί κι ένα βαρέλι απόσταγμα απ το κρυφό, επάνω στο παλιό  το αγροτικό, και να πηγαίναμε μέσα από σκονισμένους δρόμους και χορταριασμένα μονοπάτια...

Every morning I drive this same old car and every night I play in a different bar

Κι αν το LA μας πέφτει όντως λίγο μακριά, σίγουρα θα τα καταφέρναμε ως την Τιμισοάρα... να τριγυρνάμε μέρα νύχτα σαν την άδικη κατάρα... ώσπου να βαρεθούμε κι εκεί, και να κινήσουμε ξανά, τραγουδώντας πάντα πάνω στην ίδια τη γραμμή, που στο τέλος της μέρας οδηγεί, ευθεία στου τάφου την αμετάκλητη σιωπή.

Κόβοντας την πλάκα τώρα, ο RT και η παρέα του είναι από τους πιο καινούργιους στην μακριά λεπτή γραμμή της folk και country μουσικής που οι ρίζες τους χάνονται στους άγνωστους μουσικούς της υπαίθρου, του δρόμου και του χρόνου, και ακολούθησαν τραγουδοποιοί όπως ο Woody Guthrie o Townes Van Zandt, o Steve Young…

Τα τραγούδια τους, που οι ίδιοι, νομίζω εύστοχα, τα χαρακτηρίζουν Folk Noir και Country Blues, μου κρατούν συντροφιά εδώ κανέναν χρόνο τώρα, και όλο έλεγα να τους γράψω ένα ωραίο κείμενο έτσι τιμητικά και όλο το ανέβαλα, οπότε σήμερα που βρήκα χρόνο και διάθεση να ακούσω μουσική και ακούω εδώ και ώρες μια μικρή συλλογή που έχω φτιάξει με κομμάτια από όλους τους δίσκους τους, συν κάποια από τα προσωπικά του RT Valine, έφτασε η ώρα κι ας είναι το κείμενό μου για τα...χαντάκια του δρόμου.





         

  

Τετάρτη, 12 Οκτωβρίου 2016

Béatrice Demi MOndaine



Αδέρφια! Το ξέρω έχω χαθεί από προσώπου γης, κι είναι –παράξενο πόσο- πολλά τα τραγούδια και οι δίσκοι που δεν μοιράζομαι μαζί σας όλον αυτόν τον καιρό που ο ιστότοπος αυτός φυτοζωεί, για σοβαρότερους λόγους εκτός της βαρεμάρας, που δεν είναι όμως του παρόντος...

Για την Beatrice όμως, είμαι κάτι παραπάνω από πρόθυμος όχι μόνο να καθίσω να γράψω αυτές τις γραμμές ξεπερνώντας σαν αίλουρος όλα τα εμπόδια, αλλά θα ήμουν πρόθυμος λέω να υποστώ ότι κακουχία μπορεί να προέρθει από ένα χέρι που κρατά ένα ηλεκτρικό τρυπάνι, έναν τροχό, μια αλυσίδα, ένα μαστίγιο, οτιδήποτε από αυτού του είδους τα ευγενικά αντικείμενα τέλος πάντων.

Και δε λέω, την μπάντα που φέρει το (ψευδ) όνομά της, Demi Mondaine, και τρέχει εδώ και μια δεκαετία μαζί με τον κιθαρίστα Mystic Gordon, μας τη συστήνει ακόμη και ο Iggy Pop, και είναι χάρμα οφθαλμών και ώτων, αλλά είναι η συνεργασία της με τον γνωστό ελπίζω στους αναγνώστες του orphan drugs κύριο κύριο Dimi Dero, στο Orange Beach του 2013 και βέβαια το περσινό The Color Book που μας κάνει –ναι ναι και σας που διαβάζετε, είμαι σίγουρος- να συνωστιζόμαστε μπροστά στην σκηνή για να δεχτούμε πρώτοι την γλυκιά διάτρηση του τρυπανιού της Beatrice... Δείτε το δεύτερο βίντεο παρακάτω και θα καταλάβετε τι εννοώ.

Εντάξει, χωρίς πλάκα τώρα, η ζημιά έχει γίνει –και θα γίνει και σε σας, είμαι επίσης απόλυτα σίγουρος- από το πρώτο στη σειρά βίντεο, απλά μετά και το δεύτερο (δύο ΦΟΒΕΡΑ τραγούδια όπου και η Beatrice και ο Dero δίνουν ρέστα) δεν υπάρχει επιστροφή... αν υπήρχε δηλαδή έπειτα από την οπτικοακουστική πανδαισία του Paris sous la Neige…

Με τιμή και ειλικρινά δικός σας αναγνώστες μου, ειλικρινά δικός σου Beatrice, σας χαιρετώ και χάνομαι στα στενά τραγουδώντας γαλλικά… Α Παγιιιιιιι καντ αν αμουγ φλεργιιιιιιι...






Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2016

Wolves Howl Into My Heart



Βγήκε από το βορινό μονοπάτι και στάθηκε ανασαίνοντας γρήγορα στην άκρη του ασφαλτοστρωμένου δρόμου που οδηγούσε κάτω, στην πόλη τη θλιμμένη.
Γύρισε και κοίταξε πίσω του, στο δάσος το μαγικό το μυστικό, εκεί όπου αν σ’ αυτόν τον κόσμο υπήρχε κάπου ένα σπίτι γι’ αυτόν, τούτο ήταν σίγουρα εδώ μέσα, καλά κρυμμένο, απ’ τα κακόβουλα μάτια φυλαγμένο, κι έπειτα σηκώθηκε στα δυο του πόδια, όρθωσε τη ράχη του και άρχισε αποφασιστικά να κατηφορίζει για τους τόπους όπου ζούσαν τα πραγματικά ανελέητα και άγρια θηρία.
 
Όχι όμως πριν στρέψει τα κόκκινα σαν κάρβουνα μάτια του ευθεία ψηλά με ένα βλέμμα βαθύ που έβλεπε πέρα από το άψυχο σώμα της μητέρας του, πέρα από τις κορυφές του δάσους, πέρα από τα λαμπρά και πρόστυχα φώτα της πόλης, πέρα κι από τον ουρανό που φώτιζαν τώρα οι αστραπές της επερχόμενης καταιγίδας, και με το λαρύγγι του ορθάνοιχτο και τις τρίχες όρθιες σαν καρφιά σε όλο του το σώμα αφήσει να βγει μέσα από τα βάθη των φλεγόμενων σπλάχνων του, ερχόμενο από τα έγκατα του Χρόνου, για τελευταία φορά το πιο σπαρακτικό ουρλιαχτό του.

Ένα ούρλιασμα θρηνητικό και μακρόσυρτο, ένα τραγούδι του παλιού κόσμου, τραγούδι μιας άγριας φύσης αλλοτινών καιρών χαμένων, που η ηχώ του κάλυψε σαν μαύρο πυκνό σύννεφο τις βροντές των κεραυνών πετώντας από βουνό σε βουνό πάνω από την άσπρη φωτιά της καταχνιάς, ώσπου ο αντίλαλός του έσβησε αργά μέσα στου λυκόφωτος την καρτερική σιγή ταξιδεύοντας στο άπειρο.

Θα επιστρέφει όμως, όπως το κάνει πάντα, αρχαιότερο από τον πιο παλιό ανθρώπινο ήχο, θα πλανιέται στον άνεμο σαν απάντηση στη θλίψη και σάλπισμα για εκδίκηση, θα επιστρέφει όπως η πνοή και ο θυμός ακολουθώντας τον για ολόκληρη την υπόλοιπη ζωή του. Κι ακόμη παραπέρα.

Ένα ουρλιαχτό που οδηγεί πιστότερα και από φωτιά μέσα στη νύχτα όλους τους ανέστιους, τους άσωτους γιους που έχασαν τον δρόμο, και στο πέρασμά τους δεν αφήνουν παρά ένα σύθαμπο γαλαξία από ατέλειωτες οδύνες. 
Ένα αναμμένο δαδί στο σκοτάδι, ένα σινιάλο απ’ την άλλη όχθη που φωτίζει μέσα στο έρεβος. 
Τόσο πολύτιμο, σαν τον άνεμο που σφυρίζει τις νύχτες του χειμώνα, σχεδόν μυθικό.

Στην ψυχή λυσσάνε οι αέρηδες, μέσα στην καρδιά ο λύκος, οι λύκοι που γλιτώσανε απ’ το κυνήγι και κατεβαίνουνε στην πόλη λυσσασμένοι.

text: saunterer – Εκεί που ο λυκοκτόνος ανθίζει, εκδόσεις orphan drugs 2015.
music: Dhead Shaker – WhY part1 & part 2 (Wolves Howl Into My Heart), Concerto For A Dead Man, Digital Album 2013.




Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2016

when I think of all the good times



«Ξέρεις κάτι, φίλε; Πάμε μια και καλή... όλα για όλα;
Εγώ βάζω όλα όσα κέρδισα απόψε, κι εσύ τη ζωή σου. Αν κερδίσεις, όλα δικά σου πάλι, όπως και πριν, λεφτά, χωράφια, ζώα. Αν χάσεις πηδάς από την Πύλη στο ποτάμι».

Έτσι ξερά, σαν να έκλεινε μια οποιαδήποτε δουλειά, μια συμφωνία σαν αυτές που κάνουν οι χαρτοπαίχτες την ώρα που είναι ολότελα χαμένοι στο παιχνίδι.
Έφτασε η ώρα όπου η ζωή κερδίζεται ή χάνεται, σκέφτηκε ο Μίλαν κι έκανε προσπάθεια να σηκωθεί από τη θέση του, να ξεκολλήσει από τη δίνη τούτη την ακατανόητη, που τον συνεπήρε και τα χασε όλα και τώρα τραβάει και τον ίδιο με όλη της τη δύναμη στο χαμό. Η ματιά όμως που του έριξε ο ξένος τον καθήλωσε στη θέση του. Του έδωσε το χέρι του και κούνησε το κεφάλι δείχνοντας πως δέχεται, έτσι απλά, σαν να ήταν σ εκείνο το δωματιάκι στο χάνι κι έπαιζαν για τρία τέσσερα γρόσια. Έκοψαν χαρτιά κι οι δύο. Ο ξένος  πέτυχε τεσσάρι κι ο Μίλαν δεκάρι. Ο Μίλαν μοίρασε χαρτιά. Αυτό τον γέμισε με ελπίδα. Έδινε χαρτιά κι ο ξένος ζήταγε συνέχεια κι άλλο.

«Κι άλλο! Ένα ακόμα! Κι άλλο ένα! Πήρε πέντε χαρτιά και τότε είπε: Φτάνει!»

Άρχισε να τραβάει ο Μίλαν. Όταν έφτασε στο είκοσι οκτώ, κόμπιασε. Έριξε μια ματιά στα χαρτιά του ξένου και στο ανέκφραστο πρόσωπό του. Δεν μπορούσε να μαντέψει που σταμάτησε, ήταν όμως πολύ πιθανό να έχει πάνω από είκοσι οκτώ, κι αυτό γιατί πρώτα πρώτα δε συνηθίζει να σταματάει σε χαμηλά νούμερα κι έπειτα γιατί έχει πάνω του πέντε χαρτιά. Ο Μίλαν μάζεψε όλες τις δυνάμεις του και τράβηξε ένα ακόμα χαρτί. Ήταν τεσσάρι.

text: Ivo Andric – Na Drini cuprija (1945), στα ελληνικά: Το γεφύρι του Δρίνου, μετάφραση Χρήστος Γκούβης, εκδόσεις Καστανιώτη 1997.
music: Eric Burdon & The Animals – Good Times, Winds of Change LP, MGM 1967. 




Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2016

Dim Locator – Six Miles Deep


Moloko+
2016




Dim Locator (προφανώς από την σύνθεση του Rowland S. Howard για τους Birthday Party), ονομάστηκε η μπάντα που ξεπήδησε από την στάχτη που άφησαν πίσω τους οι θρυλικοί Fatal Shore μετά τον θάνατο του Bruno Adams, και το αναγκαστικό τους τέλος.

Οι εναπομείναντες, ο γνωστός και μη εξαιρετέος Εγγλέζος μα από χρόνια μόνιμος κάτοικος Πράγας, Phil Shoenfelt στη κιθάρα, τα χαρακτηριστικά φωνητικά και το μεγαλύτερο κομμάτι της σύνθεσης, και ο «πιο πολυάσχολος μουσικός του rock and roll» (μαζί και ένας εκ των καλύτερων ντράμερ που υπάρχουν αυτή την στιγμή στην σκηνή) Chris Hughes που πριν τους Dim Locator, παράλληλα και μετά, χτυπάει ανηλεώς τα τύμπανα σε δεκάδες –μην έχουν φτάσει και εκατοντάδες εν τω μεταξύ- άλλα σχήματα, από τους Once Upon A Time μαζί με τον Bruno Adams και τους True Spirit του Hugo Race, μέχρι τα κατά καιρούς σχήματα του Mick Harvey του Nikki Sudden και του Howard για να αναφέρουμε απλά μερικά.

Το τρίο συμπληρώνει ο επίσης αυτραλογεννημένος και νυν κάτοικος Βερολίνου όπως και ο Hughes, Dave Allen στο μπάσο, με το ταπεινό σε σύγκριση με τους προηγούμενους βιογραφικό της συμμετοχής στους Builders, The Stars and the Madness, Luna Lounge, True Spirit, Andrea Schroeder, και μερικούς άλλους...
Τον οποίον Dave δεν ξέρω γιατί, και σε πιο ακριβώς βραχυκύκλωμα του μυαλού οφείλεται το ότι όποτε βλέπω τον Joachim Low μου θυμίζει αυτόν και κατ’ επέκταση τους Dim Locator, με αποτέλεσμα να μου δημιουργείται θετική αύρα για την ομάδα των πάντσερ που λένε και οι σπορτκάστερς.

Αφού είχαν προηγηθεί το Immortalised, ένα μικρό, με την μορφή ψηφιακού και βινυλιακού επτάϊντσου, αφιέρωμα στον Rowland S. Howard το 2012, και το Wormhole, ένα EP με τέσσερα τραγούδια όλα δικές τους συνθέσεις, (και εξώφυλλο από τον Claus Castenskiold) το 2013, κυκλοφόρησε πριν λίγες εβδομάδες το Six Miles Deep που όμως, δεν είναι αυτό που θα μπορούσες να πεις ο πρώτος τους δίσκος, αφού μιλάμε για μια ζωντανή ηχογράφηση, της περσινής τους εμφάνισης στο κλαμπ NATO της Λειψίας, δίχως μετέπειτα παρεμβάσεις και... «επιδιορθώσεις», που βλέπει το φως των δισκοπωλείων κυρίως γιατί αποτελεί κομμάτι μιας μικρής σειράς «εορταστικών» κυκλοφοριών της καλής γερμανικής εταιρίας Moloko+ με αφορμή τα εικοστά της γενέθλια.

Το I Dontt Care About Nothing Anymore (Beasts of Bourbon) ανοίγει το live σε μια ωραία, ξεσηκωτική εκτέλεση με το κολλητικό riff να κάνει κατάληψη για ώρες μετά στο jukebox του εγκεφάλου, ακολουθούμενο από το συγκλονιστικό έτσι κι αλλιώς I Ate The Knife των These Immortal Souls του Rowland Howard (ναι πάλι αυτός) που είχαν διασκευάσει μαζί με τα Dead Radio και το Undone στο πρώτο τους σινγκλ.

Συνεχίζουν με τα δικά τους, Dan The Man From Ampellang και Carolyn, και έναν ήχο πολύ περισσότερο τραχύ από αυτόν του στούντιο, ειδικά το δεύτερο μεταμορφώνεται τόσο, που κονταροχτυπιέται πια μαζί με το Touch αμφισβητώντας την παγιωμένη άποψη για το πιο απ τα δύο είναι το κορυφαίο τους τραγούδι μέχρι σήμερα.

Το ομότιτλο Six Miles Deep, σύνθεση του Shoenfelt μέσα από το Real World, το κύκνειο άσμα των Fatal Shore είναι έτσι κι αλλιώς τραγουδάρα αλλά οι στίχοι του  I feel disconnected, I’m sick inside, Ain’t got no future, just a twisted sense of pride”  τραγουδισμένοι από τον ίδιο τον Shoenfelt “unplugged” με μια φτηνή κιθάρα και αφιερωμένοι ειδικά για τις περιστάσεις μιας παράξενης εβδομάδας που περάσαμε μαζί του πρόπερσι κάπου στη Νότια Κρήτη, όπου ο κόσμος έξω έμοιαζε να καταρρέει, μου φέρνουν σε κάθε άκουσμα την ίδια ανατριχίλα.

Το Rudi που ακολουθεί αναφέρεται σκωπτικά και φυσικά στον έναν και μοναδικό Rudi που όλοι γνωρίζουμε, τον Rudi Protrudi, ενώ με τα επόμενα δύο τραγούδια, το ποτισμένο απ το πνεύμα του Wilhelm Reich και του William S. Burroughs, Orgone Accumulator των Hawkwind και τον ύμνο των απανταχού freaks, Do It! των Pink Fairies σε τριπαρισμένες εκτελέσεις, έχουν πια ξεδιπλώσει τις αναφορές τους και ξετυλίξει μαζί το κουβάρι του δικού τους ήχου, που σφραγίζεται με τις καταιγιστικές κιθαριστικές ριπές που ακολουθούν την νηνεμία της εισαγωγής του Touch και κλείνουν τη συναυλία και τον δίσκο.

Με το τέλος του οποίου φανερώνεται μέσα από παραισθητικές αναθυμιάσεις το πνεύμα αυτής της «αντικανονικής» μπάντας, που προσπαθεί και τα καταφέρνει περίφημα να συγκεράσει τον Εγγλέζικο ψυχεδελικό, freak out ήχο των πρώιμων 70s με το αυθάδικο και αυθόρμητο πνεύμα του punk που ακολούθησε, τσαλαβουτώντας πάνω στις σκοτεινές βαλτώδεις περιοχές του αυστραλέζικου underground των 80s, έχοντας σαν βάση πάντα βέβαια, τις ιδιαίτερες ιδιοσυγκρασίες και ικανότητες των μουσικών που απαρτίζουν τους Dim Locator.


Μακριά από τη χιπστεριά και την πόζα των σύγχρονων «βασιλιάδων» αλλά και πληβείων της –όποιας- σκηνής, που βασίζονται περισσότερο στις διάφορες πιασάρικες ετικέτες των «ειδών» του rock που με πολύ τάξη και επιμελώς φροντίζουν να κολλάνε πάνω τους, τον πρόλογο μέσα από τα «κοινωνικά δίκτυα» και στις δημόσιες σχέσεις, παρά στην μουσική αυτή καθ’ αυτή, οι Dim Locator καλούν τον ακροατή χωρίς φωνασκίες και φανφάρες μα με ένα τους μόνο νεύμα, να τους ακολουθήσει για μια μικρή βόλτα στα στενά της never never land, λάθος πλευράς, όπου συνειδητά προτιμούν να βρίσκονται.

Και κάτι ακόμη... Ακούγοντας το Touch για νιοστή φορά από τότε που πρωτοβγήκε η στούντιο εκτέλεσή του στο Wormhole, σκέφτομαι ότι αφού μπορεί αυτός ο rocker να γράφει τέτοια τραγούδια στα εξηνταφεύγα του, σημαίνει ότι η επιθανάτια αγωνία αυτού του μουσικού είδους που παρά τις διαβεβαιώσεις του μπάρμπα Neil Young για το αντίθετο, είναι μοιραίο να πεθάνει, η επιθανάτια αγωνία του έλεγα όμως, θα συνεχιστεί για αρκετό καιρό ακόμη προς τέρψην τον απανταχού νεκρόφιλων οπαδών όπως είμαστε όλοι μας.

Συμπέρασμα: Such a real Rock and Roll!