Σάββατο, 30 Μαΐου 2015

small hours society

Από τις Σέρρες, μια πόλη που ενώ μας έχει δώσει πολλά και σεβαστά δείγματα «ανεκτίμητων ακροατών» δεν κατάφερε ποτέ να ισοφαρίσει αυτή την επίδοση και σε επίπεδο συγκροτημάτων, μας έρχονται οι small hours society. 

Έχοντας ένα καλό άλμπουμ το rest your wings​/​the skies await πίσω στα 2006, και μετά από μια ανεξήγητη παύση εργασιών (εκτός κι αν μου διαφεύγει κάτι), τουλάχιστον δισκογραφικά για μια δεκαετία, επανέρχονται αυτές τις μέρες με τη κυκλοφορία ενός single με τα κομμάτια No Relapse και Hunting. 

Στο πρώτο,  η χρήση του ακορντεόν σε συνδυασμό με τα πρώιμα wiperικά σπασίματα στον ρυθμό δικαιώνει τη πρωτιά των Wipers και 16Horsepower στη καταγραφή των επιρροών τους, ενώ το Hunting είναι ένα φοβερό μετά-Punk χιτάκι με ερωτεύσιμες κιθάρες και ένα ανάλογο πιανάκι στο τέλος, προορισμένο να κατακτήσει τις playlists σταθμών και ακροατών. 

Αγαπητοί small hours society, καλώς ήλθατε πίσω, καλή επιτυχία στη νέα σας αρχή, και ελπίζω να μην έχουμε νέα σας ξανά, το 2026!




Τετάρτη, 27 Μαΐου 2015

Orphan Drugs#21: The Missing Link...Wray (self titled album, 1971)




Εδώ δεν θα μιλήσουμε για τον Link Wray που μάθαμε από τους Cramps, με τον ασύλληπτο, μοναδικό κι αξέχαστο, διεστραμμένο ήχο της κιθάρας του, με τα μαύρα ρούχα και το μεγάλο τσουλούφι, τη φιγούρα που στη προσπάθειά μας να μιμηθούμε καταλήξαμε να μας αποκαλούν κλόουν ροκαμπίλι. 
Δεν θα μιλήσουμε ούτε για τον κιθαρίστα που με τα ακόρντα του Rumble στα 1958 άλλαξε την πορεία του Rock and Roll. 

Αν και, ακόμη και τότε, στα 1971, τη χρονιά που μας ενδιαφέρει σ’ αυτό το κείμενο, ήταν (και παρέμεινε ως το τέλος, εκεί στις 5 Νοέμβρη του 2005) εκείνος ο ίδιος Link, το φτωχόπαιδο από τη Βόρεια Καρολίνα, ο μισός Ινδιάνος Shawnee, ο βετεράνος της Κορέας, ο φυματικός με το ένα πλεμόνι που σε πείσμα των γιατρών τραγουδούσε ακόμη. Τραγουδά και παίζει ακόμη…και μέσα απ’ τον τάφο του.  
Μόνο που τότε, στην αυγή μιας ακόμη δεκαετίας, της τέταρτης, είχε δει πλέον κι αυτός με τη σειρά του τη γραμμή σκιάς στον ορίζοντα, και όπως όλοι γνωρίζουν, η σκιά γνωρίζει καλύτερα.  

Είναι ο Link Wray που πέρα απ’ όλα αυτά, ας μη ξεχνάμε ότι έχει περάσει (και) από πάνω του μια συγκλονιστική δεκαετία όπως αυτή του ’60, ένας σαραντάρης (και κάτι) πλέον Link, που επιστρέφει στη δισκογραφία έπειτα από αρκετά άγονα χρόνια, με έναν δίσκο- γιορτή. 
Μια γιορτή που λαμβάνει χώρα σε μια φάρμα στο Accokeek του Maryland, και πέρα από τα δύο αδέρφια του και τους υπόλοιπους τρεις μουσικούς, μοιάζει σαν να έχουν χωρέσει εκεί μέσα, αλλά και έξω στην αυλή όπου είναι στημένα τα ηχεία της κιθάρας του Link, σύσσωμοι οι κάτοικοι της φανταστικής Φωκνερικής πολιτείας της Yoknapatawpha. 

Εκεί όπου οι γιάνκιδες όπως και όλοι οι άλλοι, έχουν μεν θέση αλλά όχι λόγο, μιας που αυτός ανήκει αποκλειστικά στους βάναυσους, σκληρούς, ξεροκέφαλους μα κάποιες φορές και αγνούς λευκούς άποικους, αλλά φυσικά και τους καταφρονημένους, σημαδεμένους από το βαθύ, ανεπούλωτο τραύμα της σκλαβιάς νέγρους, και βέβαια τους αποδεκατισμένους ινδιάνους που αφού τους ξερίζωσαν με τη βία την επαφή τους με το Μεγάλο Πνεύμα , φρόντισαν να τους το αντικαταστήσουν με το οινόπνευμα.  
Μια γιορτή τελικά από και για τον μεγάλο Νότο και τις φυλές του. 

Με κιθάρες, μπάσο, μαντολίνο, πιάνο και όργανο, ντραμς και διάφορα αυτοσχέδια κρουστά, κι έναν Link να τραγουδά, συχνά με τη χορωδιακή συνοδεία των υπόλοιπων συντελεστών, και ν’ ακούγεται σαν ξαναγεννημένος.  
Τραγούδια γεννημένα κι αυτά ξανά και στον αιώνα, από τα Blues, τη Country, τα Gospel, τη Soul, το RocknRoll, τη Folk των βουνίσιων και τις μουσικές των βάλτων.  
Ένας δίσκος ποτισμένος (μ’ αρέσει να φαντάζομαι) με παράνομα αποσταγμένο καλαμποκίσιο ουίσκι στη παλιά καλύβα του βουνού, και ηχογραφημένος από τον Ray Vernon, αδερφό του Link, στο θρυλικό πλέον όνομα και πράμα Three Track Shack, το αυτοσχέδιο δηλαδή στούντιο, που ο ίδιος ο Link κατασκεύασε από ένα…κοτέτσι. 
Δέκα κομμάτια, όλα πρωτότυπες συνθέσεις του Wray, αλλά και μερικές του Steve Verroca, συμπαραγωγού και μαζί με τον άλλον αδελφό του Link, Doug Wray ντράμερ του δίσκου, συν τη διασκευή στο Τail Dragger του Willie Dixon που κλείνει το άλμπουμ. 

Σε όποιον ακούσει με ανοιχτά αυτιά και καρδιά, ακόμη και σήμερα, δεν φαντάζουν καθόλου υπερβολικές οι συγκρίσεις με τους Band ή τους Rolling Stones της εποχής, (είναι και ο τρόπος που τραγουδά ο Wray), δεν ακούγονται υπερβολικοί ακόμη και εκείνοι που λένε ότι πρόκειται για ένα Exile on Main Street δίχως το super-rock κύρος, ή ακόμη και οι άλλοι που το τραβάνε ακόμη περισσότερο και ισχυρίζονται ότι απλά είναι ο δίσκος που οι Stones δεν κατάφεραν να ηχογραφήσουν ποτέ.  

Όπως και να έχει, και αυτό το άλμπουμ όπως και όλα του Link Wray, δεν είναι τίποτε άλλο από μουσική που τρυπάει ευθεία και αλάνθαστα σώμα και ψυχή, σαν ινδιάνικο βέλος.

Η για να θυμηθούμε κλείνοντας τα λόγια του Αρχηγού Σηάτλ (Chief Sealth) για τη Μεγάλη Νύχτα των Ινδιάνων:

«Όταν ο τελευταίος ερυθρόδερμος εξαφανιστεί από την επιφάνεια αυτής της Γης και η ανάμνηση των δικών μου θα έχει γίνει μύθος ανάμεσα στους λευκούς ανθρώπους, αυτές οι όχθες θα μυρμηγκιάζουν από τους αόρατους νεκρούς της φυλής μου και, όταν τα παιδιά των παιδιών σας θα νομίζουν πως είναι μόνα μέσα στους κάμπους, μέσα στα μαγαζιά,, μέσα στα εργαστήρια, στους δρόμους ή στη σιωπή αδιαπέραστων δασών, δεν θα είναι όπως νομίζουν. Τη νύχτα, όταν στα χωριά μας και στις πόλεις μας θ’ απλώνεται σιωπή και σεις θα τις νομίζετε έρημες, οι δρόμοι θα είναι γεμάτοι από πλήθη νεκρών που θα επιστρέφουν στα ωραία μέρη που κατείχαν άλλοτε και ακόμα συνεχίζουν ν’ αγαπούν. Ο λευκός άνθρωπος ποτέ δεν θα είναι μόνος».
 
Υ.Γ. Ένα ευχαριστώ για ακόμη μια φορά στους Nomads, που ανάμεσα στα πολλά άλλα (αρκετά από αυτά έχουμε μνημονεύσει συχνά πυκνά στις σελίδες του παρόντος blog) που με τον ηλεκτρικό, δικό τους τρόπο μας δίδαξαν πίσω στα 80’s, ήταν και τo Fire and Brimstone μέσ' από αυτόν τον δίσκο του Link Wray. 
Ένα κομμάτι που επέλεξαν να διασκευάσουν το 1989 (την ίδια χρονιά με τους Neville Brothers και δύο δεκαετίες πριν ο Cave αποφασίσει να κάνει το ίδιο) τη στιγμή που για σχεδόν όλους τους νεοσύλλεκτους σ’ αυτές τις μουσικές τότε, το όνομα Link Wray ταυτιζόταν απολύτως και μόνο, με του ρυθμούς των Cramps. 
Ένα κομμάτι που αποτέλεσε έναυσμα τουλάχιστον για μένα στο να ψάξω και ν’ ακούσω αυτόν τον δίσκο σε μια ηλικία που μάλλον δεν ήμουν έτοιμος να τον εκτιμήσω σωστά. Έχει ο καιρός γυρίσματα όμως…

Υ.Γ.2 Όσοι από σας δεν έτυχε ως τώρα ν’ ακούσετε αυτό το άλμπουμ, επιλέξετε να το κάνετε μέσα από το διπλό CD Wrays Three Track Shack όπου υπάρχει μαζί με τις υπόλοιπες ηχογραφήσεις του «κοτετσιού» εκείνων των ημερών, που κυκλοφόρησαν σε δίσκο, τα Mordicai Jones (επίσης το 1971) και Beans and Fatback (το 1973) και που εδώ πραγματικά και λόγο διάρκειας, η σύγκριση με το Exile είναι κάτι παραπάνω από εύστοχη, και το αποτέλεσμα…επιτέλους μια φορά σ’ αυτόν τον άδικο και ψεύτη κόσμο, συντριπτικό υπέρ των Ινδιάνων.



Δευτέρα, 25 Μαΐου 2015

Loobs


Επειδή απόψε βαριέμαι τόσο που άκουσα σχεδόν ολόκληρη τη δισκογραφία των Bored!, δύο-τρία τηλεγραφικά λόγια για τους Loobs. 
Power Trio από Μελβούρνη μεριά, ένα EP ως τώρα (κι άλλο ένα στα σκαριά), τέσσερα κομμάτια, τα μεσαία έτσι κι έτσι, βαράνε καλά πάντως, το τελευταίο, No Shame ο τίτλος πολύ καλό, και το πρώτο, το John Candy εξάλεπτο και κάτι με το μισό να είναι οργανικό, ότι πρέπει να παίξει πίσω από τις εικόνες ενός «αστικού γουέστερν» !?!? να πούμε… 
Θα τους παρακολουθούμε… 


Σάββατο, 23 Μαΐου 2015

natural enemy


«Αποδοκιμάζω την κτηνωδία», έλεγε: «Δεν φέρνει αποτέλεσμα. Αντιθέτως η παρατεταμένη κακομεταχείριση, χωρίς τη χρήση βίας, συντελεί, εφόσον αυτή ασκείται επιδέξια, στη δημιουργία άγχους και ενός ιδιότυπου αισθήματος ενοχής. Βεβαίως θα πρέπει πάντα να έχουμε κατά νου ορισμένους κανόνες, κάποιες κατευθυντήριες αρχές. Το άτομο δεν θα πρέπει επ’ ουδενί να αντιληφθεί ότι η κακομεταχείρισις του είναι μια εσκεμμένη επίθεση ενός εχθρού του ανθρώπινου είδους με στόχο τη δική του προσωπικότητα.
Θα πρέπει αντιθέτως να τον κάνουμε να αισθανθεί ότι οποιαδήποτε μεταχείρισις ή αγωγή του επιβάλλεται είναι προς όφελός του μια και κάτι (αυτό ουδέποτε το διευκρινίζουμε) τρομερά σοβαρό του συμβαίνει.
Η ασυγκάλυπτη ανάγκη των ελεγχομανών θα πρέπει προσεκτικά να καλυφθεί κάτω από μια αυθαίρετη και δαιδαλώδη γραφειοκρατία ώστε να μην έλθει ποτέ το υποκείμενο σε άμεση επαφή με τον εχθρό του». 

text: Williams S. Burroughs, Naked Lunch, στα ελληνικά: Γυμνό γεύμα, μετάφραση Νίκος Γούτας, εκδόσεις Απόπειρα. 
music: Tiger by the Tail – Natural Enemy, Tiger By The Tail LP, Bang! records 2006.

Πέμπτη, 21 Μαΐου 2015

The Northwest Company - Get Away From It All


Από τη Βρετανική Κολούμπια του Καναδά έρχονταν οι Northwest Company, μια garage μπάντα που ήταν ενεργή την περίοδο ανάμεσα στα 1966 και 1974. 
Τα χρόνια εκείνα κατάφεραν και κυκλοφόρησαν εφτά σαρανταπεντάρια, συν ένα που δεν είδε…τα ράφια του δισκάδικου ποτέ. 
Το 2003 ευτύχισαν να δουν να κυκλοφορεί και το πρώτο τους «άλμπουμ», όπου τα εισαγωγικά μπαίνουν για τον απλό λόγο ότι στην ουσία πρόκειται για μια συλλογή όλων τους των επτάιντσων, κάποιων ζωντανών ηχογραφήσεων και μερικών εναλλακτικών demo εκτελέσεων. 

Όλα αυτά μάλλον δεν θα μας απασχολούσαν ποτέ, αν η πρώτη τους ηχογράφηση δεν ήταν το περίπου μυθικό πλέον single Hard To Cry με το Get Away From It All στη δεύτερη πλευρά. 
Δύο κομμάτια που μαρτυρούν σαφέστατα τις επιρροές τους από πρώιμους Kinks, Who και Stones, με τους «γνώστες» πια να μνημονεύουν τις proto metal κιθάρες του Hard To Cry και την άγρια μελαγχολία του Get Away From It All. 

Ειδικά το δεύτερο είναι τέτοιας ποιότητας και πάστας κομμάτι που δεν έχει να ζηλέψει τίποτε από ανάλογα άσματα όπως το Going All The Way των Squires ή το Dont Look Back των Remains για παράδειγμα, και είναι να απορεί κανείς γιατί μετά από τόσους αιώνες garage αναβίωσης έχουν βρεθεί μόνο οι Nomads (απ' όσο γνωρίζω) να το διασκευάσουν.  
Εκεί στα 1996 και τον δίσκο The Cold Hard Facts of Life, απ’ όπου πρωτοάκουσα το τραγούδι κι εγώ.  

Ένα βράδυ της ίδιας χρονιάς όμως, αρκετά μίλια νοτιότερα της Στοκχόλμης όπου δρούσαν οι Νομάδες, για να μη σας κρατάω σε αγωνιά, στη Θεσσαλονίκη και σε ένα ιστορικό live, το Get Away From It All γνώρισε την καλύτερη του εκτέλεση, που ευτυχώς κάποιος φρόντισε να καταγράψει σε βίντεο, απ’ όπου μπορούμε ακόμη να απολαμβάνουμε τους Hydes να μεγαλουργούν πάνω στη σκηνή του εγκλήματος.




Τρίτη, 19 Μαΐου 2015

η μεγάλη ταλάντωση του χρόνου



Ήταν δώδεκα παρά κάτι βράδυ Κυριακής, όταν οι Drive ανέβηκαν στη σκηνή του Principal και ξεκίνησαν να παίζουν το Sidewalk Stroll.

Η μεγάλη ταλάντωση του χρόνου έφτανε πια στη μέγιστη καμπύλη της ωθούμενη και από της στοργικές μπουνιές του Αλέξη στο μπάσο του.

Θα ολοκλήρωνε τη πορεία της δύο και κάτι ώρες αργότερα με τους μεθυσμένους Vibrators επί σκηνής να συνοδεύουν τους Drive στη πιο αλήτικη εκτέλεση του Russian Roulette που ακούστηκε στον πλανήτη από τη μέρα τουλάχιστον που ο Stiv Bators αποφάσισε να αποδημήσει εις Κύριον…όποιος κι αν ήταν Αυτός για τον συγκεκριμένο. 

Οι κραυγές των Drive, των Vibrators και πάνδημου σεληνιασμένου του κοινού αμέσως μετά στο απολαυστικά ξεκούρδιστο Louie Louie, ήταν απλά το αντίο που αρμόζει στους ευτυχισμένους και εξευμενισμένους εκείνες τις στιγμές θεούς του rock and roll, αλλά και ένα αντίο από και σε καθέναν από μας στον διπλανό του και στους μουσικούς, για αυτή την υπέροχη βραδιά.

Η μεγάλη, -όπως αποδείχτηκε- όμως  ταλάντωση του χρόνου, είχε ξεκινήσει τη πορεία της μια μέρα πριν όταν αυτή η μεγάλη παρέα αποτελούμενη από τους Dark Rags, τα κορίτσια μας και όλους τους άλλους άγνωστους σε μένα στην αρχή και πλέον φίλους που ακολουθούσαν με έκανε να νιώθω έπειτα από πολύ καιρό και πάλι σαν ψάρι στο νερό τριγυρνώντας στους νυχτερινούς δρόμους της πόλης μου. 

Χορτασμένοι από καλό φαγητά, μεθυσμένοι από ακόμη καλύτερα ποτά, μιλώντας για όλα και καταλήγοντας συνέχεια στο Lux Interior τον Jeffrey Lee Pierce και τον Rowland S. Howard, ο χρόνος πήρε να παλινδρομεί μπρος πίσω και πάνω κάτω, στον σκουπιδότοπο της μνήμης όπου βρίσκονται θαμμένα τα πιο ευτυχισμένα μας όνειρα. 

Οι Sister Mamoth το απόγευμα της Κυριακής ξεκίνησαν ν’ αφήνουν πάνω του (στον χρόνο πάντα) τη δική τους γρατζουνιά, οι Roundlights συνέχισαν να του δίνουν τη συνηθισμένη τους κλοτσιά, για να έρθουν οι Rags έπειτα και να τον ποτίσουν με ιδρώτα και γρήγορο, πυρακτωμένο rock and roll, τόσο που δε μπορείς να το πιάσεις γιατί θα καείς, οπότε το αφήνεις να φεύγει με χίλια, και μαζί με τον ιδρώτα να γίνεται ποτάμι φωτεινό στη νύχτα προς την άκρη της και την αιωνιότητα να κυλάει.

Οι Vibrators ανέλαβαν στη συνέχεια να διώξουν τη πίκρα μου που δε χώρεσε στη λίστα των Rags το Fool For You (ασυγχώρητοι), και  ποτισμένοι για χρόνια με γαλόνια χλιαρής εγγλέζικης μπύρας, παίζοντας το μόνο πράγμα που ξέρουν και γουστάρουν, το τίμιο αφοσιωμένο Punk Rock δηλαδή, δε τα κατάφεραν καθόλου άσχημα. 

Για να φτάσουμε ξανά στην αρχή του τέλους, εκεί όπου ανάμεσα στο Sidewalk Stroll και το Russian Roulette ταλαντεύονταν μέσα σε ηλεκτρικό πυρετό οι χορδές και ο χρόνος, εκεί όπου όλα μπορούν να συμβούν, οι καράφλες να βγάλουν καινούργια μακριά μαλλιά και μπούκλες, τα γκρίζα μαλλιά να αποκτήσουν μαύρα τσουλούφια σαν του Link Wray στα νιάτα του, η κόρη να χορεύει με τον μπαμπά κι ο γιός με το ηχείο, ο χεβιμεταλάς να αγκαλιάζει συγκινημένος τον σαικομπιλά για να τραγουδήσουν μαζί  πως θα Riiiiiide this black limotill Im gone, ενόσω ο πάνκης κλέβει και πίνει τις μπύρες τους, μπορεί σκανδαλωδώς να ΜΗΝ ακουστεί το Final Kick, και ανάμεσα σε όλα αυτά μια μπάντα που μετράει αισίως τριαντατφεύγα χρόνια στη σκηνή μπορεί να παρουσιάσει καινούργια της τραγούδια σαν το Always The Sun και το White Knuckles Jam κι αυτά να είναι μέσα στα πέντε-δέκα καλύτερα κομμάτια που έχει ποτέ γράψει…

Αν ήμουν μουσικός και καταλάβαινα πόση χαρά έδωσα στον κόσμο όπως οι Drive οι Rags και τα άλλα τα παιδιά χθες βράδυ, θα χοροπηδούσα το επόμενο πρωί απ’ τη χαρά μου σας λέω…το ίδιο που κάνω και σήμερα δηλαδή όπως βγαίνω παραπατώντας για δουλειά, ως τίποτε άλλο παρά ένας μικρός άνθρωπος μέσα σε ένα μεγάλο κυριολεκτικά και μεταφορικά κοινό…

Sister Mammoth, Roundlights, The Last Drive, Δημήτρης, Τόλης, Λεωνίδας, Sidny, All the Dark Rags, Μάριος, Πάνος, Σόφη, Αριστέα, Λίλα, Άκης, Γιάννης, όλους όσοι ήσασταν χθες στο Principal, σας ευχαριστώ και…εις στο επανιδείν…όσο το δυνατόν πιο σύντομα!


* Η φωτογραφία είναι παρμένη από εδώ, ενώ τα βίντεο που ακολουθούν από εδώ κι εδώ.



Πέμπτη, 14 Μαΐου 2015

καμιά φορά προτιμώ (και) τα "καινούργια τους"




Μια μικρή και ταπεινή συμμετοχή μου, σε ένα αφιέρωμα με αφετηρία τον τίτλο γνωστού βιβλίου μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

Και επί της ευκαιρίας θυμηθείτε κι αυτό:

Τετάρτη, 13 Μαΐου 2015

George Porfiris R.I.P.







Μια μικρή μνεία στον George Porfiris, που αν και γέννημα θρέμμα της Νέας Υόρκης, μπασίστας για κάποια φεγγάρια των Heroine Shrieks και Five Dollar Priest, αλλά και τραγουδιστής στους Black Furs και το δικό του σχήμα, τους Porfirio, όπως μπορεί κανείς να συμπεράνει από το επίθετό του, δικαιωματικά καταλαμβάνει και μια θέση στον ευρύτερο χώρο της «ελληνικού ενδιαφέροντος» έστω, rock σκηνής…
Έφυγε πριν λίγες μέρες έπειτα από ένα βραχυχρόνιο και μοιραίο όπως αποδείχτηκε πρόβλημα υγείας.

Περισσότερα και ομορφότερα γραμμένα –στα αγγλικά- μπορείτε να διαβάσετε από τον/την delarue εδώ.

RIP πατριωτάκι Γιώργαρε. 


Κυριακή, 10 Μαΐου 2015

The Black Crow King

Δρακουλιάρη αναγνώστη μου, ναι σε σένα μιλώ, μη κρύβεσαι πίσω από τα μαύρα γυαλιά, το ημίψηλο καπέλο ή τον μανδύα, αφού έτσι κι αλλιώς θα φανερωθείς, όταν θα τρέξεις να κρυφτείς από το πρώτο φως της αυγής.
Μήπως αρνείσαι ότι ακόμη και τώρα ακούς και απολαμβάνεις στα κλεφτά τους δύο Screamin’ τον Jay Hawkins και τον Lord Such?
Μήπως ξέχασες τον μεσονύκτιο πυρετό που σε έπιανε όταν άκουγες τους Cramps, και μαζί τους άγγλους αδερφούς σαν τους Meteors τους Sunglasses After Dark και τους Tall Boys?
Όχι όχι εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με rockabilly psychosis ούτε με garage disease, τουλάχιστον στο μουσικό μέρος, στο στιχουργικό όμως…οι νυχτερίδες κάνουν πάρτι στο καμπαναριό, τα τέρατα στήνουν χορό στο υπόγειο, ενόσω ένας βαρύτονος εγγλέζος με ύποπτο παρελθόν στους Midnight Lycan Party ονόματι Paul Baggaley, άδει τα blues και μας θυμίζει παλιότερες ομιχλώδεις και συννεφιασμένες νύχτες του Nick Cave.

bandcamp 

Πέμπτη, 7 Μαΐου 2015

Dub Spencer & Trance Hill - William S. Burroughs In Dub

Echo Beach
2014

Όταν πρωτόπιασα στα χέρια μου τον δίσκο -έφτασε εκεί σαν δώρο, και δίχως πριν να γνωρίζω την ύπαρξή του- και παρά τη Burroughsmania που με διακατέχει, στάθηκα για λίγο επιφυλακτικός τόσο για την ποιότητα, όσο και για τη χρησιμότητα του.

Όμως άρκεσαν τα λειψά οκτώ λεπτά του εισαγωγικού Burroughs Called The Law για να πειστώ ότι εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με μια ακόμη αρπαχτή που προσπαθεί κι αυτή να εκμεταλλευτεί το όνομα του "παππού όλων μας". 

Η επικοινωνία αμέσως μετά τη πρώτη ακρόαση με τον ειδικό Μπαροουζολόγο της πόλης, κύριο Ελάιτζα, που τυχαίνει να είναι και φίλος μου, ήρθε απλά να επικυρώσει με το παραπάνω αυτή την εντύπωση. 

Οι Dub Spencer & Trance Hill είναι φανερό ότι έκαναν αυτή την ηχογράφηση από καθαρή αγάπη και εκτίμηση στο έργο του Burroughs, και ότι δούλεψαν με αφοσίωση τη μουσική πάνω στις παλιές ηχογραφήσεις της φωνής, σαν να ήταν και ο ίδιος μέσα στο στούντιο να απάγγελνε και να τους καθοδηγούσε εκείνη τη στιγμή. 

Κόβοντας και ράβοντας μέσα από κλασσικές κυκλοφορίες του Burroughs όπως το Nothing Here But The Recordings, το Break Through In Grey Room και το Call Me Burroughs, αλλά και κάποιες από τις ηχογραφήσεις του John Giorno, οι ίδιοι αντιλαμβανόμενοι φυσικά τη δύναμή των λέξεων που είχαν στα χέρια τους, αρκέστηκαν στο να δημιουργήσουν τη κατάλληλη ρυθμική-υπνωτική υπόκρουση όπως εύγλωττα διαλαλεί και ο τίτλος, αφήνοντας σε πρώτο πλάνο τη ραδιενεργή (με την έννοια ότι το υλικό της είναι και θα παραμείνει ανιχνεύσιμο και ενεργό για πολλά χρόνια αφότου ο γράφων και οι αναγνώστες θα έχουμε γίνει όλοι σκόνη) φωνή του γέρο-Bill, που ακόμη και όσο ο ίδιος ήταν ζωντανός έμοιαζε να έρχεται από άλλους κόσμους, να μας στέλνει μηνύματά από τις Δυτικές Χώρες και τις Πόλεις της Κόκκινης Νύχτας. 

Εγώ έτσι κι αλλιώς βάζω τις αυθεντικές "spoken word" ηχογραφήσεις συχνά πυκνά και τις ακούω... με ηρεμεί (όπως και τη γάτα μου που κάθεται δίπλα στο ηχείο και ακούει προσεκτικά) η φωνή του, αν θέλετε η "ερμηνεία του", που κατά ομολογία του ίδιου σε συνεντεύξεις του, πρόβαρε και πειραματιζόταν στον τρόπο εκφοράς για ώρες ολόκληρες, μ' αρέσει να ψάχνω έπειτα στα βιβλία του για να βρω πως μεταφράστηκαν αυτά που ακούω, και ναι όλα αυτά κάνουν και το βραδυπόρο μυαλό μου καμιά φορά να σκέφτεται. 

Και τώρα που το κάνω αυτό -δηλαδή να σκέφτομαι- καταλήγω σε ένα ακόμη συμπέρασμα, στο ότι δε νομίζω να έχω ακούσει πιο χαρακτηριστική φωνή από αυτή του παππού. Υπάρχει περίπτωση κάποιος που την έχει ακούσει έστω και μια φορά να τη μπερδέψει ή να μη την αναγνωρίσει?

Για να επανέρθω όμως στον δίσκο και να κλείσω, να σας πω ότι εκτός από τα αποσπάσματα που ανέφερα λίγο πιο πάνω, ακούγονται και κομμάτια μέσα από τα Nova Express, Naked Lunch, και The Cat Inside, ενώ το παίξιμο των μουσικών ξεκινάει μεν απ' το Dub αλλά μπορεί και φτάνει...παντού. Γιατί πώς να χαρακτηρίσεις κομμάτια σαν το Last Words of Hassan I Sabbah εκεί προς το τέλος? Dubopsychedelia?! 

Το σίγουρο είναι πάντως ότι φωνή και νότες κολλάνε (σ)το μυαλό ακριβώς σαν ιός απ' το διάστημα... Oiga Amigos!

Πρώτη δημοσίευση στο mic.gr

Δευτέρα, 4 Μαΐου 2015

on aliens and tombs


Πως ίσως! αναφώνησε η Αλεξάνδρα. Μήπως και νομίζεις ότι η ανθρωπότητα δεν είναι μια σκέτη ντροπή?
-  Όμως κι αυτός ο μουσικός είναι επίσης μέρος της ανθρωπότητας…
-  Άκου, Μάρτιν, είπε εκείνη ενόσω έριχνε τον καφέ στα φλιτζάνια, αυτοί είναι που υποφέρουν για τους υπόλοιπους. Και οι υπόλοιποι δεν είναι παρά αυτοί που επωφελούνται, κρετίνοι και πουτάνας γιοί, κατάλαβες?
Έφερε τον καφέ.
Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού κι έμεινε σκεπτική. Ύστερα ξανάβαλε για ένα λεπτό τον δίσκο:
-  Άκου, άκου αυτό.
Ακούστηκαν ξανά τα μέτρα του πρώτου μέρους.
-  Καταλαβαίνεις, Μάρτιν πόσο χρειάστηκε να υποφέρει ο κόσμος για να γίνει τέτοια μουσική?

text: Από το «Περί ηρώων και τάφων» του Ernesto Sabato, μετάφραση Μανώλης Παπαδολαμπάκης, εκδόσεις Εξάντας 1986.
music: Wipers – When It’s Over, Youth of America LP, Park Ave. 1981.

Σάββατο, 2 Μαΐου 2015

Thee Verginians



Όσοι βρέθηκαν χθες στο δάσος του Σειχ Σου για να πιάσουν τον Μάη, είχαν ταυτόχρονα μια μοναδική ευκαιρία να θαυμάσουν τον ογκόλιθο της αυστραλέζικης σκηνής με τις ελληνικές ρίζες Frank σε ένα αξέχαστο jam με συνοδεία εκλεκτά μέλη της εγχώριας  blogοσκηνής, συμπεριλαμβανομένου και τούτου εδώ. 

Το σχήμα πλαισίωσε και ο ? Pan ένας σύγχρονος Syd Barrett που παρά το άπειρο και πηγαίο ταλέντο του απέχει συνειδητά εδώ και χρόνια από οποιαδήποτε δραστηριότητα και προβολή, ειδικά στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.  
Το εφήμερο αυτό super group όπως κάθε garage μπάντα που σέβεται τον εαυτό της βαφτίστηκε εν τάχει Thee Verginians έχοντας ως πηγή έμπνευσης τι άλλο; τις κάσες με τις μπύρες Βεργίνα που συνηθίζει και συνεχίζει να παίρνει μαζί του όπου σταθεί κι όπου βρεθεί ο γνωστός και μη εξαιρετέος Ranx Xerox. 

Δυστυχώς όλο το οπτικοακουστικό υλικό που τραβήχτηκε από το event που κυριολεκτικά μάγεψε τα πλήθη, καταστράφηκε στο τέλος της ημέρας κατ’ απαίτηση του Frank που ισχυρίστηκε ότι θα υπήρχε πρόβλημα με την μεγάλη αυστραλέζικη εταιρία που έχει πρόσφατα υπογράψει, αλλά και του ? Pan που για ακόμη μια φορά θέλησε να παραμείνει στην επικουρική του αφάνεια. 

Έτσι εδώ σας παρουσιάζω τη μοναδική φωτογραφία που σώθηκε έστω και άσχημα παραμορφωμένη τη τελευταία στιγμή εν άγνοια των δύο προαναφερθέντων, και για να έχει η ανάρτηση νότες σας παραθέτω μαζί την διασκευή του Execution Day του Spencer P. Jones (βλέπε μια παλαιότερη ανάρτηση εδώ) από τον Gentle Ben and his Sensitive Side που μπορεί να μη πλησιάζει στο ελάχιστο την crooner ερμηνεία, και το πάθος του Frank όπως αυτά εκδηλώθηκαν μπροστά στα έκπληκτα μάτια του κοινού χθες, αλλά σαν υποκατάστατο την κάνει τη δουλειά της.