Παρασκευή, 31 Ιανουαρίου 2014

The Underground Youth @ Eightball, Θεσσαλονίκη 30/1/2014



Αυτή την δεύτερη φορά μπορώ να πω ότι κυριολεκτικά είδαμε τους Underground Youth, μιας και στην πρώτη, ένα και κάτι χρόνο πριν η απουσία σκηνής στο Les Yper Yper είχε ως αποτέλεσμα, να μας μείνει ως μοναδική εικόνα από εκείνο το live τα…κεφάλια των μπροστινών μας.
Επίσης αν και έπαιξαν νομίζω λιγότερο χθες απ’ ότι την προηγούμενη φορά, ο ήχος ήταν πολύ πιο δυνατός και καλός, με αποτέλεσμα να φανεί καθαρά, πρώτον ότι στις συναυλίες τους είναι μέχρι και 10 φορές καλύτεροι απ’ ότι στους δίσκους, και δεύτερον ότι στο είδος της μουσικής που παίζουν είναι…μεγάλη μπάντα, που πρώτα απ’ όλα φτιάχτηκε γιατί ο φυσικός ηγέτης της, ο Greg Dyer έχει όχι κάτι, αλλά πολλά να μας πει (άλλωστε μας είχε προειδοποιήσει γι’αυτό όχι κανένας τυχαίος, αλλά ολόκληρος επιθεωρητής Λη έτσι?).
Και το κάνει με τον πιο όμορφο τρόπο συνοδευόμενος από δύο εξαιρετικούς μουσικούς στο μπάσο και την δεύτερη κιθάρα, και βέβαια την χάρμα οφθαλμών και ώτων έτσι που βαράει τα ντραμς, γυναίκα του Olya. (Πλάκα, πλάκα εκεί που μας ερχόταν στον νου μόνο η Maurine Tucker και η Peggy ONeil των Gories όταν λέγαμε για γυναίκες ντραμερ, τώρα μέσα σε 2-3 μήνες παρέλασαν επί σκηνής τρεις, αν προσθέσω δίπλα στην Olya την Valentina Magaletti των Oscillation και την Stephanie Bailey των Black Angels).
Η ψυχωμένη ερμηνεία του Dyer, που στις συναυλίες σαν να του φεύγει αυτή η..«πραότητα» του στούντιο, σε συνδυασμό με τις συνεχείς κιθαριστικές συνομιλίες, και πάντα τον στακάτο ρυθμό, δημιούργησε στιγμές την ατμόσφαιρα μιας Ian Curtis on acid μυσταγωγικής βραδιάς, και το –πολύ πιο ωραίο και…ιντελεκτουελ από τους Black Angels- slide show, ανέβαζε το όλο σκηνικό σε επίπεδο τέχνης.
Τι διάολο, όλα τα live που έχω δει τελευταία γαμώ μου φαίνονται, αλλά το έχω σκεφτεί σοβαρά μη νομίζετε δεν είναι υπεύθυνες οι μπύρες και τα τσιγάρα γι’ αυτό.

Επειδή κανείς χθεσινός συμποσιαστής δεν ανέβασε ακόμη κάποιο βίντεο στο youtube, παραθέτω από το προχθεσινό τους live στο Αν, ένα In Sofias Reflection το όποιο όπως το μέτρησα με το ειδικό ψυχεδελικό τραγουδόμετρο μου, είναι περίπου στις 6 φορές καλύτερο απ’ ότι στον δίσκο.
Η χθεσινή του απόδοση στο Eightball δεν μπορεί να μετρηθεί, γιατί δεν συμβαίνει συχνά σε συναυλίες πεντέμιση λεπτά ενός κομματιού να ισοδυναμούν με μια αιωνιότητα και κάτι ρέστα μέρες… 


Τετάρτη, 29 Ιανουαρίου 2014

Pure Sins - Sky The Spy


Τσαγκαροδευτέρα με ψιλόβροχο η περασμένη, κι εγώ έχοντας τελειώσει τις λιγοστές δουλειές που είχα να κάνω, πήρα βαρύς τον δρόμο για το σπίτι…αν ήταν καμιά Πέμπτη, καμιά Παρασκευή μπορεί να περνούσα να χαζέψω τίποτα βιβλία, αλλά Δευτέρα φίλε μου όχι, ευθεία για το σπίτι, να χαζεύω τους ατμούς των οσπρίων που βράζουν. 
Εκεί που περπατούσα ανάμεσα σε κάτι παραπήγματα της ΔΕΗ προσπαθώντας να αποφύγω συν της άλλης και την λασπουριά, είπα να πάρω τηλέφωνο τον γνωστό σας από παλιότερες αναφορές, βαρεμένο φίλο μου τον Ελάϊτζα, να πούμε καμιά μαλακία να περάσει και η ώρα…  
Με το που το σήκωσε δεν προλάβαμε να πούμε «τι γίνεται» και τα ρέστα, να και μια νεκροφόρα που με προσπερνά με ταχύτητα. Μόλις του ανέφερα το γεγονός ακολούθησε μια ερώτηση από αυτές που με κάνουν να τον καλώ ειδικά τέτοιες μέρες και ώρες, μιας που αμέσως χάνεται με μιας ολόκληρη η δευτεριάτικη ανελέητη πραγματικότητα, και την θέση της παίρνουν έστω για λίγο εικόνες και ήχοι σαν και τους παρακάτω… 
«Έτρεχε ο νεκροθάφτης ε? Είχε ανοιχτό το παράθυρο μήπως, και άκουγε τσίτα Cramps?». 
Με γέλιο, πηγαίνοντας από τις νεκροφόρες στους Cramps, (το κομμάτι που θα άκουγε ο νεκροθάφτης αποφασίστηκε να είναι το Mad Daddy), από κει στον Kid Congo Powers, έπειτα στη συναυλία όπου είχαμε δει -ότι είχε απομείνει τέλος πάντων από- τον Johnny Thunders λίγο πριν πεθάνει, φτάσαμε και στα σχετικά της σημερινής ανάρτησης. 
Ερώτηση δική μου αυτή την φορά: «Ρε μαλάκα, εκείνος ο φίλος σου ο κιθαρίστας που είχαμε βρεθεί ένα πρωί πριν καμια…εικοσαριά χρόνια στο Ματζέστικ, και πίναμε μπύρες και μας έλεγε ιστορίες για τον Thunders και τον Stiv Bators που τους γνώριζε από το Παρίσι, τι να γίνεται?» 
Απάντηση: «Τον Γίωργο τον Μπετζούνη λες? Ούτε ξέρω ρε, έχω πολύ πολύ καιρό  να τον δω, μάλλον Γαλλία θα είναι, αυτός είναι φευγάτος εδώ και  τριάντα χρόνια…». 
Συμπέρασμα δικό μου: «Θα τον ψάξω στο ιντερνετ το βράδυ!»

Και τα στοιχεία του Ελάϊτζα, μαζί με ότι βρήκα στο ιντερνετ, συνθέτουν την ιστορία κάπως έτσι:  
Ο γεννημένος στην Θεσσαλονίκη Γιώργος Μπετζούνης (George Betzounis πια), αψήφησε τα κάλλη και τον ερωτισμό της συμπρωτεύουσας –πως τόλμησε?- και την έκανε νωρίς νωρίς, αρχές δεκαετίας του ‘80 με μόνη αποσκευή την κιθάρα του. 
Αφού έκανε την γύρα του σχεδόν σε όλη την Ευρώπη, από Ισπανία μέχρι Ολλανδία κατέληξε στο Παρίσι όπου κάτω από το όνομα Delaney Blue ζει και ηχογραφεί μέχρι σήμερα. 
Από τις άγριες μέρες όπου γρατζουνούσε την κιθάρα του στους ρυθμούς του αμερικάνικου punk, ως σήμερα που δείχνει να τον εμπνέουν περισσότερο τα blues και η folk, μαζί με τραγουδοποιούς σαν τον Nikki Sudden, έχουν μεσολαβήσει οι συνεργασία του με τον προσφάτως εκλιπόντα Daniel Darc των Taxi Girl, οι Orpy DropOuts, οι The Continental Riot House, το προσωπικό του άλμπουμ Stranger in Your Heart του 2006, ένα βιβλίο με τίτλο sour milk from the skinny cow, και υποθέτω αρκετά άλλα ενδιαφέροντα πράγματα.
Εμείς απόψε θα τον ακούσουμε σε ένα κομμάτι των Pure Sins, της μπάντας όπου ηγήθηκε (παρέα πάντα με την σύντροφό του Ria De Spell) στα μέσα των 90’s, και οι οποίοι απ’ όσο μπόρεσα και το έψαξα το πράγμα θα πρέπει να άφησαν πίσω τους δύο άλμπουμ.  
Από το ομότιτλο, το Pure Sins του 1996 λοιπόν, ακούμε το Sky The Spy, ένα πανέμορφο δείγμα rock τραγουδοποιίας, από αυτήν που σπανίζει όλο και περισσότερο, με φοβερή δουλειά στις κιθάρες που έρχονται και φεύγουν σαν κατάσκοποι λες, από κάπου (και κάπου) πολύ πολύ ψηλά.


Τρίτη, 28 Ιανουαρίου 2014

we shall overcome


Ένα παλιό νέγρικο τραγούδι, που για να φτάσει να γίνει ο ύμνος τον Αφροαμερικάνων ακτιβιστών πίσω στις δεκαετίες του πενήντα και του εξήντα, έβαλε ένα (μεγάλο) χέρι και ο  εκλιπών, πλήρης ημερών Pete Seeger (3/5/1919 – 27/1/2014)…
Στην μνήμη του λοιπόν, η εκτέλεση των (μαθητών του) Green On Red

Δευτέρα, 27 Ιανουαρίου 2014

Drag Me


Προ λίγων ημερών έλαβα ένα email όπου καλά καμουφλαρισμένο, κρύβονταν ύπουλα περιμένοντας την στιγμή που θα πατήσω το play το παρακάτω βίντεο…
Αυτή η ανίερη συνεργασία δηλαδή, των The You And What Army Faction (όπου υποθέτω θα γνωρίζετε όλοι ότι γράφει στίχους, άδει και κιθαρωδεί ο παλιο-Raggedy Man), με τον animator, graphic artist and aspiring film maker όπως μας συστήνεται στην σελίδα του Niko Kellis, του οποίου την δουλειά μετά λύπης ομολογώ ότι δεν είχα δει.
Και λέω μετά λύπης γιατί την στιγμή που πάτησα το play επιτέλους σε κείνο το βίντεο που σας έλεγα, όπου άρχισε να ξετυλίγεται το αστικό μουσικό παραμύθι του Drag Me, και για τα επόμενα πεντέμιση λεπτά, ακολουθώντας βήμα βήμα  την αλλόκοτη ηρωίδα, αυτό το deadly girl, έκανα μια θαυμάσια αξέχαστη βόλτα στους βρώμικους δρόμους και την σκοτεινή πλευρά της Αθήνας που έχω και καιρό να επισκεφτώ.
Συμπέρασμα: στοιχειωτικό!





Παρασκευή, 24 Ιανουαρίου 2014

thank you Slim...for that tear


Το παρακάτω τραγούδι μαζί με ολόκληρο τον δίσκο που το περιείχε, υπήρξε κατά κάποιον τρόπο η αφορμή μαζί και η έμπνευση για να ξεκινήσω πριν ενάμιση σχεδόν χρόνο κάτι που αυτές τις μέρες, κι έπειτα από πολύ αναβλητικότητα και άλλη τόση τεμπελιά, φτάνει στο τέλος, τουλάχιστον στην πρώτη φάση του…προσεχώς θα σας πω περισσότερα, έχει δρόμο ακόμη το πράμα, αλλά η ολοκλήρωση αυτού του πρώτου βήματος συνέπεσε με ένα (σχετικό) μειλ που ήρθε το απόγευμα από αυτά που έχουν την δύναμη ακόμη και να με κάνουν να ξανασκεφτώ την θεωρητικά δεδομένη μισανθρωπία μου, και είπα να το γιορτάσω λίγο απόψε, όσο μπροστά στην οθόνη…σοβαντίζω τα τελειώματα…έβγαλα μπύρες απ’ το ψυγείο, καπνό απ’ το σακούλι, έβαλα και τον Slim Wild Boar μαζί με την εγκαταλειμμένη σκιά του να παιανίσει και…αυτά προς το παρόν…θένκιου σλιμ, υγεία παιδιά!

Τετάρτη, 22 Ιανουαρίου 2014

Maurice Flavel


«Μια φορά και έναν καιρό, στους μακρινούς Αντίποδες υπήρξε μια μπάντα που στα πέντε χρόνια της ζωής της το μόνο που κατάφερε ήταν να δώσει μερικά (σαρωτικά λένε οι φήμες) Live και να βγάλει ένα EP με έξι κομμάτια. Σχεδόν τίποτα δηλαδή αν τολμήσεις να την συγκρίνεις με κάτι τέρατα της μουσικής που κυκλοφορούν και βόσκουν ελεύθερα εκεί κάτω.
Άσε που οι στάχτες της μετά μεγαλούργησαν σε συγκροτήματα όπως οι Drones, οι Kill Devil Hills, ο James McCann και άλλοι. 

Μια μικρή λεπτομέρεια όμως είναι ότι σ’ αυτό το EP υπάρχουν έξι δείγματα από το πιο λασπωμένο Swamp rock που ακούστηκε ποτέ σ’ αυτή την ήπειρο, και τις υπόλοιπες 5, και ένας τραγουδιστής που μπορεί μικρός να άκουγε συνέχεια τους πρώτους δίσκους του Cave του Tex Perkins και του Lanegan, όταν μεγάλωσε όμως και στάθηκε μπρος στο μικρόφωνο έβγαλε τέτοιον βρυχηθμό που τον άκουσε μέχρι και ο Blind Willie Johnson και όλοι οι άλλοι τυφλοί μαύροι άγιοι εκεί πάνω (η κάτω).

Το όνομά του ήταν Maurice Flavel, και με την φωνή που έχει, το ταλέντο στο να συνθέτει δολοφονικά, σε άλλες εποχές κλασσικά σαρανταπεντάρια, και την αθεράπευτη εμμονή με τα λάθος blues, είναι να απορεί κανείς που μέσα σε 15 χρόνια έχει να επιδείξει μονάχα 2 EPs. Αυτό των Gutterville Splendour Six που λέγαμε, και το ομώνυμο των M.F. and the Truckload of Hope. Απ’ όσους γνωρίζω μόνο οι Hydes θα μπορούσαν να τον συναγωνιστούν στην αραιά σαν δένδρα στον κάμπο δισκογραφία. Άντε και οι πρώιμοι Droogs.
 
Μέσα στο 2010 υποτίθεται ότι θα κυκλοφορούσαν καινούργιες δουλειές και οι δύο μπάντες του, οι νεκραναστημένοι Gutterville, και οι Truckload. Έξω χειμώνιασε, και αυτή η χρονιά έχει φτάσει σχεδόν στο τέλος της, και το μόνο καινούργιο που μπορεί κανείς να ακούσει από την φωνή του Flavel, είναι τα τέσσερα ακυκλοφόρητα ακόμη κομμάτια των δεύτερων στο myspace

Βγει δεν βγει τελικά ο δίσκος τους, μικρό το κακό προς το παρόν. Με τραγούδια σαν το Death WishIm On Fire μπορώ να περάσω στο ριπιτ αρκετούς μήνες ακόμη, ακούγοντας το θηρίο που αναδύθηκε απ’ τα σκοτάδια του βάλτου, πράσινο με κατακόκκινα μάτια, τρομακτικό και εριστικό, με τον άγριο θρήνο του να προκαλεί τον μοντέρνο κόσμο.

Θα έρθει μια εποχή όπου θα μπορεί κάποιος να δίνει στον υπολογιστή τις συντεταγμένες για το πώς θα του βγάλει ένα γαμηστερό rock τραγούδι. Κι ύστερα με το καινούργιο χτένισμα των Kings of Leon, και την πόζα χιλίων φλωροεγγλέζων alternative τύπων θα μπορεί να κάνει καριέρα, και να τα κονομάει. Ίσως και να το ζούμε ήδη όλο αυτό. Το κακό για όλους αυτούς είναι ότι ούτε το Dirt γράφτηκε έτσι, ούτε το Shake some action, ούτε το New day rising, ούτε το Tupelo, ούτε και το Death Wishim on Fire. Αυτά και τότε και τώρα και πάντα χρειάζονται ψυχή, αρχίδια, μύδια και αλητεία. 

Im on fire, and you can’t help me now.» 

Από τότε που έγραφα τα παραπάνω στο tranzistor, πέρασαν άλλα τρία χρόνια, βγήκε το διπλό των Gutterville Splendour Six με όλα τα τραγούδια του EP και τα ακυκλοφόρητα, άκουσα και μια συμμετοχή του Flavel στο Slow Death(Love Dies) -όπου ο τίτλος σχεδόν κυριολεκτεί- των Brown, αλλά ο δίσκος των MF όχι μόνο δεν εμφανίστηκε αλλά η μπάντα φρόντισε να το διαλύσει…αυτό είναι το κακό νέο…το καλό είναι ότι εδώ και περίπου ένα χρόνο οι Maurice Flavel's Intensive Care έχουν αρχίσει να τζαμάρουν στο στούντιο να κάνουν δειλά δειλά τις πρώτες τους εμφανίσεις στην σκηνή…Υλικό απ’ ότι φαίνεται στο soundclound υπάρχει και μένει να δούμε αν θα υπάρξει επιτέλους κάποια νέα επίσημη κυκλοφορία ή θα αρκεστούμε να ακούμε μια από τις καλύτερες σύγχρονες rock and blues φωνές και πάλι από demo και ζωντανές ηχογραφήσεις…


Κυριακή, 19 Ιανουαρίου 2014

Orphan Drugs#20 Sonic's Rendezvous Band


Αλλουνού ορφανού το ανάγνωσμα ετοίμαζα αλλά να…έχω βάλει να παίζει ολόκληρο το εξαπλό box set που είχε βγάλει η Easy Action το 2006, ακούω, ευφραίνομαι και νιώθω κάπως σαν τον Ζορμπά που ξύπναγε κανένα πρωινό κοίταγε την θάλασσα, τον ουρανό και τη γη, και έλεγε κάτι σαν: «αφεντικό τι είναι τούτο το θαύμα? Δεν είναι θαύμα που υπάρχει θάλασσα αφεντικό? Δεν είναι θαύμα που υπάρχει γρασίδι?» Σαν να ήταν η πρώτη φορά που τα έβλεπε…και δώστου να κυλιέται στο χορτάρι…
Έτσι κι εγώ τώρα που ακούω ξανά την πιο αδικημένη ίσως μπάντα στην ιστορία του rock and roll, αυτήν που θα πρέπει να κάνει όλους τους θεούς του να αυτοκτονήσουν από ντροπή για την κακή της τύχη...
Παίζει το So Sincerely Yours από ζωντανή ηχογράφηση και από…basement tapes, όπως άλλωστε από τέτοιες πηγές σώζεται και ολόκληρο το υλικό τους που είδε σιγά σιγά το φως είκοσι και τριάντα χρόνια μετά την περίοδο 1975-1980 που η μπάντα ήταν ενεργή. Τι είναι τούτο? ρωτάω το αόρατο αφεντικό σαν να το ακούω πρώτη φορά. Αυτό είναι που λέμε rock and roll ε? Αυτή είναι η φωνή, αυτές οι κιθάρες, αυτό το μπάσο κι αυτά τα ντραμς, δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο. Τι θαύμα είναι αυτό μου λες? 
Και πως γίνεται ρε αφεντικό αυτοί οι τύποι να μη μάζεψαν όλο το χρήμα, την δόξα και τις γκόμενες, να μην έντυσαν τους δίσκους τους με πλατίνα, να μην έκαναν την μια παγκόσμια τουρνέ μετά την άλλη, παρά να έχουν επίσημα κυκλοφορήσει ένα (!!!) μόνο τραγούδι από τα 30-40 που ακούσαμε χρόνια μετά, και να έχουν δώσει μερικές συναυλίες κυρίως στο Ann Arbor και στα πέριξ της γειτονιάς τους? Πως γίνεται μπορείς να μου πεις? Δεν μπορείς…ε αμα δεν μπορείς αυτό τι διάολο μπορείς ρε αφεντικό? Τίποτα δεν μπορείς… 
Και τι σκατά rock and roll ακούνε όλες οι μπάντες από τότε μέχρι σήμερα ώστε να μην υπάρχει ούτε μια διασκευή του? Πάλι καλά που κάποιοι όπως οι Hellacopters νιώσανε το City Slang τουλάχιστον. Κι ας το σκοτώσανε φορές όπως οι Primal Scream πρόσφατα.  

Πάμε ξανά, έτσι για την ιστορία:
Scott Morgan (The Rationals) πως το έλεγε σ’ εκείνο το τραγούδι ο Country Joe με τα ψάρια του? Rock and Soul musics, driving people insane, Rock and Soul, thats the music got you walking down the street 
Gary Rasmussen (The Up) αυτός που κατάφερε και με τις δύο μπάντες του να μη ξεμυτίσει απ’ το υπόγειο του rock and roll αν και με λίγη παραπάνω τύχη θα μπορούσε να βλέπει την θέα απ’ το ρετιρέ. Ίσως να φοβήθηκε τον αείμνηστο που απειλούσε «να προσέξουν τα ρετιρέ» και να λούφαξε… 
Scott Asheton (Stooges) ο αδερφός του Ron Asheton και ντράμερ των Stooges δεν χρειάζεται περαιτέρω συστάσεις. 
Και η μούρη που το παρατσούκλι της βάφτισε τους Sonic Youth, η μούρη που θα έπρεπε να έχει μείνει στην ιστορία σαν κάτι πολύ παραπάνω από «κιθαρίστας των MC5» και «ο άντρας της Patti Smith», σε έναν άλλον δικαιότερο κόσμο όπου ο θεός δεν θα κοιμόταν του καλού καιρού, και βέβαια πολλά χρόνια πριν η καρδιά του προδώσει τον Fred στα 45 του χρόνια, η αγαπητή και αγαπημένη Patti θα ήταν «η γυναίκα του Fred Sonic Smith» και αυτός ο τελευταίος ένας από τους 10 άντε 20 το πολύ μεγαλύτερους rock κιθαρίστες, μια αξέχαστη cool φωνή, και ηγέτης μιας μπάντας, τουλάχιστον ισάξιας με αυτές που την γέννησαν.
Δεν πειράζει όμως, ιτς οκει, ας είναι κι έτσι…ίσως να είναι και καλύτερα έτσι…για όλους…Fuck the hype and duck the tripe όπως λέει και ένας καλός φίλος. 


Θα κλείσω με κάτι από ένα παλιότερο ραντεβού μου με την μπάντα: 
Και ποιος είπε ότι η αξία στο rock βάζει στην ζυγαριά πολλούς δίσκους? αναρωτιόμουν στο orphan drug των Hydes… 
Όταν τα λεφτά σου φτάνουν μόνο για να μιξάρεις ένα τραγούδι, τότε δεν έχεις παρά να το τυπώσεις και στις δυο πλευρές του μοναδικού σου single, και να προτείνεις το μεσαίο δάχτυλο του χεριού σε όλα τα νυν και αεί μεγαθήρια του rock με τις ντουζίνες άλμπουμ, λέγοντας τους να πάνε να γαμηθούν.
Ο αέρας στον στενό, σκοτεινό και υγρό δρόμο βρωμάει αλκοόλ, βενζίνη και σαπίλα, τα καλώδια από τις κιθάρες καταλήγουν στους ξέχειλους σκουπιδοτενεκέδες, σπίθες ξεπετάγονται από τις χορδές, σε λίγο οι φλόγες γλύφουν τον ουρανό…
Motor City’s Burning!

Πέμπτη, 16 Ιανουαρίου 2014

Gary Grimshaw 25/2/1946 - 13/1/2014 RIP


Rock συναυλία δίχως την αφίσα της δεν μπορεί να γίνει…μπορεί?
Ε ο Gary Grimshaw από τα sixties ως πριν λίγες μέρες φρόντισε να σχεδιάσει, πολλά, μα πάρα πολλά από τα ωραιότερα poster που κολληθήκαν ποτέ σε τζάμια ή σε τοίχους…
Παιδί του Detroit κι αυτός, πήγε να συναντήσει τον κολλητό του απ’ τα γυμνασιακά χρόνια, τον Rob Tyner και τα υπόλοιπα αλάνια της πόλης τους που όσο περνάει ο καιρός μαζεύονται όλο και περισσότεροι εκεί πάνω…


Τετάρτη, 15 Ιανουαρίου 2014

Rowland S. Howard - Lost In Space

Στην ανάρτηση για τους Hungry Ghosts πριν λίγες μέρες κάτι σημείωνα ότι με 2-3 από τους συντελεστές θα τα ξαναπούμε σύντομα...ε λοιπόν…

To The Golden Age Of Bloodshed, το επτάϊντσο που κυκλοφόρησε στην Liberation Music σχεδόν έναν χρόνο μετά τον θάνατο του Rowland Howard, αποτελεί κατά κάποιον τρόπο το κύκνειο άσμα της επίσημης δισκογραφίας του.
Στην πρώτη πλευρά έχει το γνωστό από το Pop Crimes, τον τελευταίο δηλαδή δίσκο του, The Golden Age Of Bloodshed (που έκλεινε και το άλμπουμ), όμως στην δεύτερη πλευρά του, περιμένει ένα λειψό τρίλεπτο instrumental, σύνθεση του J.P Shilo σε ενορχήστρωση του εκλιπόντα, το οποίο προορίζονταν για να μπει στο Pop Crimes αλλά έμεινε ημιτελές.
Μετά τον θάνατο του, o Shilo μαζί με τους Lindsay Gravina και Mick Harvey, μίξαραν το κομμάτι, που κλείνει έτσι με τον πιο όμορφο τρόπο την δισκογραφία του Howard.
Το βιολί του Shilo συνοδεύει νομίζεις την αργή και ήρεμη πια πτήση στο αιθέρα, και τον μόνο που την ταράζει είναι λίγες τελευταίες αποχαιρετιστήριες ξυραφιές από την κιθάρα του Howard όπως αυτή τελείωνε το Sleep Alone. Με την τελευταία νότα και με φόντο το μαύρο του διαστήματος στους τίτλους τέλους θα μπορούσαν να πέφτουν τα εξής…

The sky is empty / silent,
The Earth still as stone,
So nothing stands above me,
Now I can sleep alone.
The END

Σάββατο, 11 Ιανουαρίου 2014

The Swamp Creatures - Impressions

Self Release
2014


Οι Slug Guts φαίνεται να περιμένουν τον Jimi Kritzler να τελειώσει τις περιπλανήσεις του με τους White Hex για να επιστρέψει και να συνεχίσει τα ουρλιαχτά με την υπόλοιπη συμμορία στο Brisbane, οι Witch Hats έχουν ακόμη μετέωρο το ένα τους πόδι στο επόμενο βήμα τους, οι Stabs μπορεί να επέστρεψαν αλλά μόνο για συναυλίες δίχως καινούργιο υλικό, και ‘μεις εδώ πάνω που τους πεθυμήσαμε και τους τρεις τους τι κάνουμε μέχρι τότε?
Είναι πολύ απλό και εύκολο τέκνα μου, θα σας πω:
Μπαίνουμε στο bandcamp των The Swamp Creatures, αυτής της μπάντας που ξέρει να κρύβεται τόσο καλά στους βάλτους πέριξ του Brisbane, σε σημείο να μη μπορείς να μάθεις ούτε καν ολόκληρα τα ονόματά τους, και ακούμε (μαζί και κατεβάζουμε) το τέταρτο μέσα σε 2 και κάτι χρόνια (!) άλμπουμ τους, το Impressions, και δεν μας νοιάζει πια, ας πάρουν όσο χρόνο θέλουν ο Jimi με την συμμορία και άλλον τόσο τα καπέλα, ας μη ηχογραφήσουν οι Stabs ξανά, το δάγκωμα αυτών εδώ των βαλτοπλασμάτων συνοδεύεται από την έκχυση στο αίμα τοξικών ουσιών τέτοιων, που αμέσως μετά πέφτεις σε πολυήμερο παραλήρημα συνοδευόμενο από υψηλό πυρετό και παραισθήσεις, σπασμούς που μπορούν να εκληφθούν και ως μακάβριος χορός, που μπορείς να ξεχάσεις τα πάντα, ακόμη και το όνομά σου.


Πέμπτη, 9 Ιανουαρίου 2014

Hungry Ghosts - Peak


Οι μέρες που πέρασαν, αυτές οι τελευταίες αλλά και οι πρώτες του έτους, όπου ο χρόνος με την βοήθεια της φαντασίας μας ισορροπεί για λίγο σε ένα μέρος που θα μπορούσε να είναι ένας επιβατικός σταθμός χρονικών αναχωρήσεων και αφίξεων, είναι ότι πρέπει για ν’ αφήσει κανείς λίγο πίσω του τα επίκαιρα, μουσικά στην προκειμένη περίπτωση πεπραγμένα, άλλωστε ξεμπερδέψαμε όλοι με τις λίστες μας λες και ο χρόνος δεν υπήρχε περίπτωση να φύγει (ο παλιός) και να έρθει (ο καινούργιος) δίχως αυτές, να αφήσει έλεγα όμως, για λίγο πίσω του τα επίκαιρα και να σκαλίσει προς τα πίσω δίσκους και τραγούδια, ειδικά τέτοια που από γεννησιμιού τους φαίνεται να πηγαίνουν πάντα ενάντια στην κάθε μέρα…

Παρόμοιος είναι και ο πρώτος και ομότιτλος δίσκος των Hungry Ghosts (1999), ένα άλμπουμ που το βάζω –όχι συχνά, δεν είναι για συχνή χρήση αυτοί οι δίσκοι- να παίζει ολόκληρο όχι γιατί δεν έχει κομμάτια που ξεχωρίζουν, ούτε για την μετά-ροκ «κινηματογραφική ατμόσφαιρα», μα γιατί μόνο έτσι μπορείς να νιώσεις τα πεινασμένα φαντάσματα να βγαίνουν μέσα απ’ τις νότες και να σε τυλίγουν ολοκληρωτικά στο άσπρο σεντόνι τους, και κατ’ επέκταση στον μυστηριώδη αιθέριο κόσμο τους. 
Δεν γνωρίζω ποιος κρύβεται πίσω από την δημιουργία του φοβερού εξωφύλλου, πάντως υπεύθυνοι για τα του πενταγράμμου είναι οι Tom Howden στο βιολί, Jason Boneham στην κιθάρα, με την βοήθεια των Steve Boyle στα κρουστά, Peter Knight στη τρομπέτα, και RHS κιθάρα και φαρφίσα. 
Επίτηδες άφησα τελευταίο τον John Brooks γνωστότερο σαν J.P. Shilo βασικό συνθέτη, κιθαρίστα, στην ανάγκη ακορντεονίστα, σκηνοθέτη και γενικά τεχνίτη πολλών άλλων τεχνών, και κάτοικο έρημων σπιτιών, όπως και τους γνωστούς και μη εξαιρετέους Lindsay Gravina και Rowland S.Howard, μηχανικός ήχου και παραγωγός αντίστοιχα σ’ αυτόν τον δίσκο. 

Στον επόμενο και τελευταίο μέχρι σήμερα, μιας και διέλυσαν σχεδόν αμέσως μετά την κυκλοφορία του, αλλά ξαναδημιουργήθηκαν το 2012, το Alone, Alone του 2001 την θέση του παραγωγού είχε καταλάβει ο Steve Shelley.

Το Peak που διαλέγω, είναι μια ερωτική συνομιλία ανάμεσα στις δύο κιθάρες, με εμβόλιμες παρεμβολές από τους υπόλοιπους, δηλαδή κάποια κρουστά, βιολί και φαρφίσα (?), που από το πρώτο από τα έξι σχεδόν λεπτά του, μέχρι την κορύφωση του όσο πλησιάζει το τέλος, σε παίρνει και σε σηκώνει σε μέρη που ούτε 7 (που κατεβάζει μονοκοπανιά ο τύπος στο κλιπ) ούτε 17 ποτήρια αλκοολούχου ή όποιου άλλου υγρού μπορούν να σε πάνε.
  
Με την σημείωση ότι για 2-3 από τους συντελεστές του θα τα ξαναπούμε πολύ σύντομα σας αφήνω και για απόψε…



Δευτέρα, 6 Ιανουαρίου 2014

Alien Boy: The Life and Death of James Chasse


Περσινό, (2013) ντοκιμαντέρ του Brian Lindstrom (του οποίου και τα 4 ως τώρα φιλμ δείχνουν αν μη τι άλλο πολύ ενδιαφέροντα) αφιερωμένο όπως προδηλώνει ο τίτλος στην ζωή και τον θάνατο του James Chasse, αυτό το παράξενο παιδί από το Portland του Oregon, που μεγάλωσε μέσα στην Punk σκηνή της πόλης του τραγουδώντας (στους Combos), γράφοντας ποιήματα, σκιτσάροντας και εκδίδοντας το δικό του fanzine.
Ένα παράξενο παιδί που δεν άργησε σε ηλικία μόλις δεκατεσσάρων ετών να γίνει φίλος με τον Greg Sage – ακόμη μια επιβεβαίωση της γνωστής παροιμία με τον τέντζερη και το καπάκι- , που του αφιέρωσε το Alien Boy, και υπήρξε μεγάλη έμπνευση σε κάποια κομμάτια εκείνης της περιόδου που αργότερα εμφανίστηκαν στο πρώτο LP των Wipers, το Is This Real? όπως γράφει και ο ίδιος στο μοναδικό τεύχος του αφιερωμένου στον James, Alien Boy Zine: 

“He was a poet, artist and good friend. I first met Jim Jim in late 1977 when he was 14. He was amazingly intelligent and creative. It is so rare to meet someone his age that has such a depth of spirit and insight that age has no boundaries or equations but gives you a sense of timelessness. It is hard to put into words without sounding metaphysical,but in my mind I felt as if I was in the presence of someone who had lived several very intense lifetimes.
We quickly became good friends and I introduced him to many friends in PDX's music flock, where he took root and quickly became a part of many peoples lives. He was loved by many and will be missed. Jim Jim's conversations with me and his powerful sense of vision painted uncanny, powerful visions in my head that became a huge influence for a few songs that were later recorded for the "Is This Real?" LP.”


Λίγο αργότερα στον Jim διαγνώστηκε σχιζοφρένια, δίχως αυτό όμως να τον εμποδίσει να συνεχίσει την έτσι κι αλλιώς αντισυμβατική διαδρομή του, που διακόπηκε απότομα τον Σεπτέμβριο του 2006, όταν δολοφονήθηκε (σε ηλικία 42 ετών) ξυλοκοπημένος στον δρόμο θανάσιμα από αστυνομικούς (που απ’ ότι καταλαβαίνω πρέπει να κυκλοφορούν ακόμη ελεύθεροι), επειδή δεν σταμάτησε για να ελεγχθεί.

Η συνέχεια επί της οθόνης, ο επίλογος για εδώ και πάλι στον Greg Sage:  

“I hope there will be justice for Jim Jim. Are we now living in a police state? This is how the SS treated undesirables. I still see him as young Jim Jim, a funny, loving soul. He was loved by so many people.”

http://www.alienboy.org/




Παρασκευή, 3 Ιανουαρίου 2014

the loneliness of the long distance runner


Μόλις έχω σκάσει μύτη από το βουλιαγμένο εξοχικό δρόμο, έχοντας φάει ένα σωρό γονατιές και αγκωνιές από τα κλαδιά, καταχτυπημένος και γρατζουνισμένος από τους βάτους, και η κούρσα έχει φτάσει στα δύο τρίτα της, και μια φωνή αντηχεί σαν ραδιόφωνο μέσα στο μυαλό μου και λέει ότι όταν έχεις βαρεθεί να νιώθεις καλά σαν τον πρώτο άνθρωπο πάνω στη γη κάποιο παγερό πρωινό, κι έχεις γνωρίσει πως είναι να νιώθεις άσκημα σαν ο τελευταίος άνθρωπος πάνω στη γη κάποιο καλοκαιριάτικο απόγευμα, τότε καταλήγεις τελικά να είσαι σαν τον μοναδικό άνθρωπο πάνω στη γη και δε δίνεις δεκάρα για το καλό ή το κακό, αλλά απλώς συνεχίζεις το τρέξιμο, με τα παπούτσια σου να σκαμπιλίζουν το ωραίο ξερό έδαφος που τουλάχιστον δε θα σου έκανε ποτέ πουστιά.

image: Marlene Reidel 
text: Alan Sillitoe – The Loneliness of The Long Distance Runner (1959), στα ελληνικά: Η μοναξιά του δρομέα μεγάλων αποστάσεων, μετάφραση Θέμης Μιχαήλ, εκδόσεις Γράμματα 1983. 
music: Shurik’n – Samurai, Où je vis CD, Delabel 1998.