Παρασκευή, 29 Νοεμβρίου 2013

Blue Prostitutes with Steve Mackay – Same Title


Muteant Sounds
2013



Όπως έχω ξαναγράψει με την jazz δεν το έχω και πολύ, έχω ακούσει αρκετά πράγματα από την τρυφερή ηλικία ακόμη, κυρίως λόγω κακών ή καλών πάρτε το όπως θέλετε συναναστροφών, ή σε φάση «αφού γούσταραν οι beatniks Be-Bop πρέπει να μου αρέσει και μένα», αλλά και αργότερα από προσωπική ανάγκη εξερεύνησης, μα να πιάσω να ψάξω κάτι καινούργιο και να βάλω να ακούσω πέρα από κάποιους λίγους αγαπημένους μου δίσκους του είδους, θα πρέπει να είμαι ή so jazz in my mind που έλεγε και ένα τραγούδι των Infidelity ή να συντρέχουν άλλοι σοβαροί λόγοι.
Όπως στην περίπτωση των Blue Prostitutes με τον Steve Mackay.
Για το γενεαλογικό δέντρο των  πρώτων ρίξτε μια ματιά εδώ, και όσο για τον δεύτερο, είναι ο υπεύθυνος πίσω από το ξέφρενο σαξόφωνο που ακουγόταν στο Funhouse των Stooges, όπως επίσης και στο The Blind Leading The Naked των Violent Femmes…έχει συνεργαστεί ακόμη και με τον Snakefinger, όπως και με ένα κάρο ακόμη μουσικούς που όμως ξεπερνάνε τις γνώσεις και τις δυνατότητές μου και μόνο να τους απορυθμίσω.
Στη περίπτωσή μας τώρα, στον δίσκο που είναι μια συλλογή από στούντιο και ζωντανές ηχογραφήσεις του Steve και των Prostitutes από το 2007 αλλά κυκλοφόρησε φέτος, και είναι στιγμές που όπως το άκουγα έλεγα μέσα μου ότι αν υπήρχε μέσα και καμιά κιθάρα σαν κι αυτή του σχωρεμένου του Asheton, αφού η αίσθηση της…ζούγκλας υπάρχει έτσι κι αλλιώς, θα γινόταν πραγματικά του Funhouse το κάγκελο.
Δεν ξέρω κατά πόσο jazz, πειραματικό, noise, space, ambient, lo-fi ή ότι άλλο κατεβάζει η κούτρα των πρόστυχων γραφιάδων είναι αυτό που ακούω, αυτά θα μας τα εξηγούσε καλύτερα κάποιος ειδικός, αυτό που ξέρω είναι ότι…είναι φοβερή μουσική και ότι…την έχω καταβρεί!  

bandcamp 

Πέμπτη, 28 Νοεμβρίου 2013

The Chud - Walking Home Alone

Tο Mirage (απλή συνωνυμία φυσικά με το ομότιτλο των Camel) των Βερολινέζων Chud, νομίζω είναι από τα καλύτερα νέο-ψυχεδελικά άλμπουμ που βγήκαν στην Ευρώπη την δεκαετία του ’80.
Κυκλοφόρησε το 1989 στην Loves Simple Dreams, και ήταν ο δεύτερος και τελευταίος δίσκος τους, είχε προηγηθεί το Silhouettes of Sound πάλι στην LSD το 1986.
Τον θυμήθηκα αυτές τις μέρες όπως έψαχνα τραγούδια για μια βροχερή playlist που ήθελα να φτιάξω, και μου ‘ρθε στο νου το November Rain που ανοίγει τον δίσκο. Γλυκάθηκα απ’ τη βροχή του, τον άφησα ολόκληρο να παίξει, και έτσι είχα την ευκαιρία να διαπιστώσω ακόμη μια φορά ότι σαν δίσκος μπαίνει στο ίδιο επίπεδο με τις πρώτες δουλειές των Vietnam Veterans, τόσο σαν συνθέσεις και εκτέλεση, αλλά περισσότερο γιατί μου αφήνει ακριβώς την ίδια γλυκόπικρη αίσθηση. Μάλλον μαζί με όλα τ’ άλλα, είναι και τα ποντικίσια φωνητικά και η ερμηνεία του Vic Count που μοιάζουν μ’ αυτά του Mark Vet Enbatta.
Όλα τα (εννέα) κομμάτια στέκουν σε ένα επίπεδο, αλλά είναι τρία αυτά που σου παίρνουν κυριολεκτικά το μυαλό, και τυχαίνει να είναι τα πιο μελαγχολικά.
Το November Rain που είπαμε παραπάνω, το Some Other Lifetime, και πάνω απ’ όλα το οκτάλεπτο ψυχεδελικό έπος Walking Home Alone, που ξεκινάει μόνο με μια κιθάρα για να μπει αμέσως μετά η φωνή του Count απαγγέλλοντας τους πρώτους στίχους, να ακολουθήσει το βιολί και το Hammond μαζί με ελαφρά χτυπήματα στα πιατίνια, για να μπει όλη η μπάντα πια λίγο πριν το πρώτο ρεφρέν, και να μας συντροφεύσει σ’ αυτή την μοναχική επιστροφή στο σπίτι…όπου κι αν είναι αυτό, αν και συνήθως λένε οι Hood σπίτι είναι εκεί που πονάει.
Εξιστορώντας μας μοναδικά, μια ιστορία με όνειρα…κλωστή και βελόνι που πατάς και σ’ αγκυλώνει, και βασικά δεν έχω τίποτε άλλο να γράψω περί αυτού, παρά μόνο να πω κάτι για το σόλο της κιθάρας στο τέλος…και τι να πω…αυτά δεν λέγονται…γάμησέ τα.

Τρίτη, 26 Νοεμβρίου 2013

Snakepit


Να και κάποιες επανακυκλοφορίες με σοβαρό, πολύ σοβαρό λόγο ύπαρξης, που γίνονται μάλιστα από αγνό «οπαδικό» πάθος, και όχι για να επιβεβαιώσουν ακόμη μια φορά το γνωστό ρητό «η νοσταλγία είναι μια πολύ επικερδής επιχείρηση», αφού δεν πωλούνται, αλλά βρίσκονται για ελεύθερο κατέβασμα στο καλό blog: 

http://panicon13th.blogspot.com 

Ο λόγος για το σύνολο των δυσεύρετων -και αναπόσπαστων κομματιών του ψηφιδωτού του αμερικάνικου 80's underground- εδώ και πολύ καιρό κυκλοφοριών των Snakepit, δηλαδή τις δύο κασέτες (Soul Like A Goat του 1985, και From Vegas To Memphis του 1987) και τα ισάριθμα singles (Wait του 1988, και Waste του 1990) που είχαν βγάλει πίσω στην εξαετία ‘84-‘90 όπου ήταν ενεργοί, συν αρκετά ακυκλοφόρητα, συν το χαμένο LP τους Eyeore, που ποτέ δεν κυκλοφόρησε, μα αρκετά από τα τραγούδια του του είδαν το φως της ημέρας στις επόμενες, προσωπικές δουλειές του Mike Johnson.
Πραγματικός θησαυρός!

Και αν όλα αυτά για κάποιους δεν λένε και πολλά, το προηγούμενο ονοματεπώνυμο ίσως τους κάνει να το ξανασκεφτούν, μιας και είναι ο ίδιος που αφού κάπου εκεί στα 1990 αποφάσισε να δώσει τέλος στην ιστορία των Snakepit, μετακόμισε από το Eugene του Oregon στο Seattle, και άρχισε μεταξύ άλλων να έχει ύποπτες συναναστροφές με άτομα σαν τον Mark Lanegan και τους Dinosaur Jr. Για τους ξεχασιάριδες, μια πρόχειρη ματιά στα credits των δίσκων τους της δεκαετίας του '90 αρκεί.
 

Για να ξαναγυρίσουμε στις κασέτες των Snakepit όμως, στην δεύτερη από αυτές, το From Vegas To Memphis, όπου κολλητά αμέσως μετά το τρίτο τραγούδι From The Start, ακολουθεί ένα οργανικό κομμάτι με τον περίεργο τίτλο Sagetown, που είναι αφιερωμένο -σε ποιόν άλλον?- στον κύριο Greg Sage, ο οποίος στην παρακάτω φωτογραφία φρόντισε να τους ανταποδώσει την τιμή, φορώντας κάτω από το πουκάμισο το μπλουζάκι με το…φιδοκόκκαλο του οπισθόφυλλου του Wait των Snakepit.


Κυριακή, 24 Νοεμβρίου 2013

Axe and the Oak


Κλασσικό rock and roll τρίο κιθάροφωνή-μπάσο-ντραμς, με ορμητήριο τους το Miami, μετράνε περίπου τέσσερα χρόνια μαζί, έχουν μια μόνο επίσημη κυκλοφορία ως τώρα, το επτάϊντσο Dancing On The Grave Of Jack The Ripper/Vampire του 2010, και όπως δείχνουν και οι υπόλοιποι τίτλοι των τραγουδιών τους, Ghost In The Fire, Darkstar κλπ. τους έλκουν σαν μαγνήτης η σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού, και οι στοιχειωμένοι τόποι της γης.
Ο υποφαινόμενος, που επίσης του αρέσει να συχνάζει σε τέτοια μέρη, άκουσε τυχαία το σινγκλάκι τους ένα υγρό βράδυ, και αμέσως άρχισε σαν μανιακός να ψάχνει για κάτι περισσότερο αψηφώντας την βροχή και το απειλητικό σκοτάδι.
Δεν βρήκε και πολλά να κορέσει το πάθος του, αλλά αυτά τα λίγα, μαζί με τους πέντε δίσκους που θα έσωζαν λέει οι Axe and the Oak από την φωτιά: Fugazi, Blind Willie Johnson, Charles Mingus, Johnny Burnette, και Black Flag, τον έκαναν να πεισμώσει πιο πολύ και να περιμένει βρεγμένος και κρυωμένος σαν τον Mr. Hyde στην γωνιά του, για το επόμενο βήμα τους.
Και μιας και σήμερα είναι μια μουχλιασμένη Κυριακή που ένας καλός τρόπος να την προσπεράσει σχετικά ανώδυνα κανείς είναι με μια παλιά καλή ταινία, αφού επιλέξει να σας προτείνει σαν πρώτη γνωριμία με τον ήχο τους το όνομα και πράμα που σαλεύει με όχι και τόσο ευγενικές διαθέσεις, Darkstar, αμέσως μετά σαν δεύτερη επιλογή ακολουθεί η δική τους άποψη για το soundtrack του Rumble Fish




                



                

Τετάρτη, 20 Νοεμβρίου 2013

mother sky



Το ψυχεδελιασμένο κονσέρτο που παρευρέθηκα προσφάτως, πέρα του ότι μου έδωσε την ευκαιρία να ξεθάψω το παλιό μου φράκο που φοράω πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις, μου έδωσε μαζί και μια γερή κλοτσιά να σκαλίσω δίσκους και αρχεία με ανάλογο περιεχόμενο. Ψυχεδελικό εννοώ και όχι φρακικό.
Έτσι ξαφνικά γύρισα πίσω στον χρόνο ν’ ακούω 60’s και τα τοιαύτα, μέχρι και στον Alan Watts έφτασα, και κάπου στην αλλαγή για τα 70’s παραστράτησα μέσα στο βαθύ χρονοδάσος, και βγήκα μπρος στο krautξέφωτο όπου βρέθηκα φάτσα κάρτα με το Soundtracks των Can και το αγνώστου ταυτότητας ιπτάμενο αντικείμενο εκεί μέσα, που ακούει στο όνομα Mother Sky.
Μετά από δεκατέσσερα και μισό λεπτά συν ένα δευτερόλεπτο αιώρησης, όπου η μόνη λογική σκέψη που έκανα ήταν η ερώτηση στον εαυτό μου γιατί δεν έχω δει ακόμη την ταινία Deep End του Jerzy Skolimowski για την οποία και γράφτηκε το κομμάτι, δεν υπήρχε τίποτε άλλο στον κόσμο να κάνω πια από το να πηδήξω και πάλι δεκαετία, να φτάσω ιδρωμένος στα 80’s, να τα διανύσω κι αυτά σχεδόν μέχρι το τέλος, να φρενάρω απότομα στο 1988 μόνο και μόνο για να πάρω φόρα όμως, και να συνεχίσω την αιώρηση παρέα πια με τον γκουρού μου (τον πασίγνωστο Γουλουμούλου Γκάουγκερ όπως έχω ξαναγράψει, που τόσο του αρέσει αυτή η μουσική, και ο οποίος μόλις είχε έρθει σπίτι για την καθιερωμένη εβδομαδιαία συνεδρία), υπό τους ήχους του Mother Sky και πάλι, αυτή την φορά στην εκδοχή των Loop, που κρύβονταν μέσα στο EP Black Sun εκείνης της χρονιάς, και που κατά την ταπεινή μου άποψη είναι από αυτές τις διασκευές που λες ότι «ξεπερνάνε το πρότυπο».
Στα μισά όμως των 11 παρά κάτι χρονοτρίχες λεπτών, εκεί που επιδιδόμουν σε ακροβατικές εναέριες κωλοτούμπες υποχρεώθηκα σε αναγκαστική προσγείωση, γιατί η γάτα στην προσπάθειά της να απογειωθεί κι αυτή με κατεύθυνση το σακούλι με τις κροκέτες που αναπαύονταν στον πάγκο της κουζίνας, έριξε το μπουκάλι με το κρασί που μόλις είχα ανοίξει να κεράσω τον Γουλουμούλου γιατί είχε διψάσει.
Ξεκίνησα να μαζεύω τα γυαλιά, αλλά μετά όπως το Mother Sky ξαναέπαιζε απ’ την αρχή, σκέφτηκα να την δω για λίγο Iggy στα νιάτα του, και να κυλιστώ πάνω στα σπασμένα, με την πλάτη πάντα, για να μπορώ να κοιτάζω και τον ουρανό. Ή έστω το ταβάνι.
Έπειτα, αφού ξεπροβόδισα εγκάρδια τον Γουλουμούλου, καταματωμένος μεν, μα απόλυτα ευτυχισμένος, τόσο όσο μπορεί να είναι μόνο η μύγα πάνω στα σκατά, ξεκίνησα να γράφω αυτές τις γραμμές…


Δευτέρα, 18 Νοεμβρίου 2013

one nation under god under booze

«Πάρε για παράδειγμα τον σαμανισμό. Δεν υπάρχει πρωτόγονος λαός, πουθενά στη Γη, που να μην ακολουθεί κάποια μορφή του. Κάθε κρατική θρησκεία, ανάμεσά τους και η δική σου, τον θεωρεί παράλογο και ολέθριο, και έχει πάρει μέτρα για να τον εξαλείψει.»
  «Τι; Δεν υπάρχει “κρατική θρησκεία” στις ΗΠΑ φιλάρακο, έχουμε ανεξιθρησκία, είναι κατοχυρωμένη από το Σύνταγμα- υπάρχει διαχωρισμός μεταξύ εκκλησίας και κράτους, έτσι ώστε να μη γίνουμε κάτι σαν την Αγγλία και να πηγαίνουμε να κάνουμε εκστρατείες μέσα στους λόγγους με πίπιζες και πυροβόλα Γκάτλινγκ, αναζητώνας απίστους για να τους εξολοθρεύσουμε. Χωρίς να θέλω να σε προσβάλω.
  «Οι Τσερόκι», απάντησε ο Πρανς, «οι Απάτσι, η σφαγή των Σιου στο Γούντεντ Νι, που πίστευαν στη νέα θρησκεία του Χορού των Φαντασμάτων, κάθε ιθαγενή ερυθρόδερμο ινδιάνο που βρίσκατε μπροστά σας, είτε προσπαθούσατε να τον προσυλυτίσετε στον χριστιανισμό, είτε απλά τον σκοτώνατε».
  «Αυτό γινόταν για τη γη», είπε ο Κιτ.
  «Εγώ λέω ότι γινόταν από φόβο για τους μάγους-γιατρούς και τις παράξενες πρακτικές τους, τους χορούς και τη λήψη ναρκωτικών, που επέτρεπαν στους ανθρώπους να έρθουν σε επαφή με τους ισχυρούς θεούς που κρύβονταν στο τοπίο, χωρίς να έχουν ανάγκη καμιά επίσημη εκκλησία να παίζει τον ρόλο του μεσάζοντα.
Το μόνο ναρκωτικό με το οποίο νιώθατε εσείς άνετα ήταν το αλκοόλ, κι έτσι πήγατε και δηλητηριάσατε μ’ αυτό τις φυλές. Ολόκληρη η ιστορία σας στην Αμερική ήταν ένας μακροχρόνιος θρησκευτικός πόλεμος με ψευδώνυμα. Προσπαθήσατε να εξαλείψετε τον αφρικανικό σαμανισμό με την απαγωγή των μισών κατοίκων της ηπείρου και τη μετατροπή τους σε δούλους, με το να τους δώσετε χριστιανικά ονόματα και να τους επιβάλετε με το ζόρι τις δικές σας ιδιαίτερες εκδοχές της Βίβλου, και ορίστε που οδηγηθήκατε».

text: Thomas Pynchon – Against The Day, στα ελληνικά: Ενάντια στη μέρα, μετάφραση Γιώργος Κυριαζής, εκδόσεις Καστανιώτη 2009. 
music: Neil Young & Crazy Horse - Cortez The Killer, Zuma LP, Reprise 1975.

 

Σάββατο, 16 Νοεμβρίου 2013

Bain Wolfkind


Κυρίες και κύριοι μαζευτήκαμε ακόμη μια βραδιά κάτω από την φιλόξενη τέντα του τσίρκου μας για να υποδεχτούμε όχι τον βασιλιά του γύρου του θανάτου, ούτε τον Ξανθό Μάγο, ούτε τον Κουταλιανό. Όχι όχι τίποτε τόσο προβλέψιμο, είναι γνωστή άλλωστε η εκλεκτικότητα μας…
Απόψε μαζί μας, τόσο κοντά μας για να μπορούμε να μυρίσουμε την καυτερή οινοπνευματώδη ανάσα του, μα πάντα αρκετά μακριά για να μην κινδυνεύσει από τις απρόβλεπτες αντιδράσεις του κανείς, ένας Elvis ερχόμενος από τις εσχατιές της Σιβηρίας του rock and roll, όπου εξόριστος συνεχίζει σε πείσμα των καιρών να άδει, μετανοείτε, το αστέρι του πιο θολού μπαρ του πλανήτη, οι πελάτες του οποίου πίνουν από κανάτες μεγάλες σαν μπανιέρες και όπου κανείς δεν μπορεί να ξεχωρίσει αυτόν που κάθετε μόλις στο διπλανό σκαμπό δίπλα του από την κάπνα, ο άγγελος των τοξικών βάλτων της μεγαλούπολης όπου αργοπεθαίνουν οι μελωδίες και τα φαντάσματά τους διψασμένα για εκδίκηση περιπλανιούνται με οδηγό τον άνεμο, ένας συνθέτης κινηματογραφικής μουσικής δίχως ταινία, ένας Lee στο υπόγειο δίχως την Nancy, ο αμετανόητος εραστής μιας σκύλας ζωής που περνάει στην παρανομία για να ικανοποιήσει όλα της τα βίτσια, ο λύκος ο κακός, μόνος, πληγωμένος και κυνηγημένος, με την τρίχα σηκωμένη καλπάζει περήφανος στο δάσος το βαθύ, το γεμάτο από κακόκεφα ξωτικά, ένας ναύτης μεθυσμένος σε λιμάνι που δεν θέλει να θυμάται τ’ όνομά του, ο βάρδος του τέλους των ημερών, που τόσο του αρέσουν τα κορίτσια του τέλους του κόσμου, μια δύσοσμη ανάσα από τα προάστια της κόλασης, ο άρχοντας του Αυστραλέζικου down down under the underground ο ένας, ο μοναδικός, ο ανεπανάληπτος, βαρύς και ασήκωτος Bain Wolfkind!


Πέμπτη, 14 Νοεμβρίου 2013

so...death have no mercy in this land


«Μα αυτό» -έδειξε την πόλη που άνθιζε γύρω τους- «πως μπορεί αυτό-»
«Ψευδαίσθηση. Όταν η ειρήνη και η αφθονία θεωρηθούν και πάλι δεδομένες, εκεί ακριβώς που θα βρίσκεσαι στην τέλεια αποχαύνωση της απόλυτης υποταγής, τότε ακριβώς θα σε συντρίψουν, φανερώνοντας έτσι την πραγματική κατάσταση των πραγμάτων. Γρήγορα και ανελέητα». 

image: The Garden Of Death by Hugo Simberg (1896)
text: Thomas PynchonAgainst The Day, στα ελληνικά: Ενάντια στη μέρα, μετάφραση Γιώργος Κυριαζής, εκδόσεις Καστανιώτη 2009. 
music: Mark Lanegan – Death Have No Mercy, Stay CD-single, Beggars Banquet 1998. 

* Και επειδή λίγος παραπάνω άπιστος, σοφός και πάντα επίκαιρος Θωμάς δεν έβλαψε ποτέ κανέναν –τουναντίον- σας θυμίζω μια παλιότερη ανάρτηση με παροιμίες για παρανοϊκούς εδώ, και σας υπόσχομαι ακόμη μια, λίαν προσεχώς…

Τρίτη, 12 Νοεμβρίου 2013

Médeia Fiai - Dear Chaos. Live Sessions

Self Release
2013


O Μισσισσίππης εξακολουθεί να κατεβάζει μαζί με τα νερά του, δάκρια, θρήνους και στεναγμούς χρώματος μαύρου, κι ας είναι πολλοί απ’ αυτούς κομμάτια από τα χιόνια του Κιλιμάντζαρο που ξεκόλλησαν με την βία απ’ την κορυφή του, και ταξιδεύουν λιώνοντας σκορπώντας σταγόνες στο πέρασμά τους, εκατοντάδες χρόνια τώρα.
Εκεί κοντά είναι που η Bessie Smith μαζί με τον Richard Morgan παίρνουν μαζί τους στο αμάξι έναν περίεργο τύπο ίδιο φάντασμα μέσα στη νύχτα, που έκανε ωτοστόπ στον Route 61, και τους συστήνεται σαν Johann Wolfgang Goethe…λίγο μετά συνέβη το μοιραίο.
Στα νερά ενός άλλου ποταμού, του Δούναβη που κι αυτός δεν γνωρίζει λίγα από θρήνους, εντοπίζεται να πλέει το κουφάρι του Lorca, ογδόντα σχεδόν χρόνια μετά εκείνη την αποφράδα μέρα στην Γρανάδα, τέσσερεις Ούγγροι το τραβούν έξω το φορτώνουν σε μια άμαξα που την σέρνουν 16 (ξανά και ξανά) κατάμαυρα άλογα και το ενταφιάζουν σε τόπο μυστικό με ηλεκτρικές κιθάρες ν’ αποδίδουν τις πρέπουσες τιμές, και μια ρακή από αχλάδι να πέφτει στο χώμα για να ξορκίσει τις μέρες τις κακές. Αυτό, το κουφάρι δηλαδή, όταν έχει πέσει και η τελευταία φτυαριά, και οι κιθάρες έχουν πια σωπάσει, ζητά μια τελευταία χάρη, να περνούνε που και που να βλέπουν μόνο αν ο τάφος του είναι καθαρός.
Αφού με όρκο τιμής του  το υποσχεθούν, περνούν τα σέρβικα σύνορα μέσα απ’ βουνά, χώνονται μεσάνυχτα μέσα σ’ ένα στούντιο και το μόνο που κάνουν μέχρι το ξημέρωμα είναι ν’ αλλάζουν χέρια στο μπουκάλι με την αχλαδορακή και να παίζουν μουσική.
Τέλος, αυτός που το είπε είχε δίκιο τελικά, το είκοσι δεν είναι αριθμός, τ’ αστέρια στον ουρανό είναι τα μάτια μας, κι εγώ που δεν μπόρεσα ποτέ μου να καταλάβω το παρελθόν, το παρόν, το μέλλον, στην αρχή του τέλους πέφτω από το παράθυρό μου μέσα στο χάος…ξανά…το μέλλον που θυμάμαι, το παρελθόν που θα έρθει το παρόν…χάος αγαπητοί μου…χάος αγαπητό και αγαπημένο έτσι κι αλλιώς…
Τι δίσκος Μαγιάρικε Θεέ μου…volume άνω του 75%, ξεπερνάει και το Αψέντι.
Απανταχού –σύγχρονοι- Αγγλοσάξονες που πιπιλάτε νύχτα μέρα τα blues πάνω στα ευαίσθητα καλομαθημένα χειλάκια σας, πίσω στα θρανία για μάθημα…έχετε δρόμο ακόμη. 

bandcamp 

Κυριακή, 10 Νοεμβρίου 2013

sweet anxiety



Έτσι πασχίζω να ξεχάσω, περπατώ στις πόλεις μας από φωτιά και σίδερο, χαμογελώ γενναία στη νύχτα, καλώ τις καταιγίδες, θα είμαι πιστός…
…Τα μεσάνυχτα, μόνος στην ακροθαλασσιά. Θα περιμένω κι άλλο και ύστερα θα φύγω. Ακόμα κι ο ουρανός στέκει ακίνητος μ’ όλα τα αστέρια του, όπως εκείνα τα υπερωκεάνια γεμάτα φώτα που τούτη την ίδια ώρα, φωτίζουν σ’ ολόκληρο τον κόσμο τα σκοτεινά νερά των λιμανιών. Ο χώρος και η σιωπή σμίγουν και γίνονται βάρος στην καρδιά. Μια ξαφνική αγάπη, ένα μεγάλο έργο, μια αποφασιστική πράξη, μια σκέψη που μεταμορφώνει προκαλούν σε ορισμένες στιγμές την ίδια ανυπόφορη αγωνία, ανάμεικτη μ’ ακαταμάχητα θέλγητρα. Γλυκιά υπαρξιακή αγωνία, εξαίσιο άγγιγμα ενός κινδύνου που δεν ξέρουμε τ’ όνομά του, το ότι ζω σημαίνει άραγε πως τρέχω προς τον χαμό μου; Ας τρέξουμε πάλι χωρίς ανάπαυλα προς το χαμό μας. Είχα πάντα την αίσθηση πως ζούσα στο πέλαγος, σε κίνδυνο, στην καρδιά μια μεγαλοπρεπής ευτυχίας. 

text: Albert CamusLté, στα ελληνικά: Το καλοκαίρι, μετάφραση Νίκη Καρακίτσου-Ντουζέ, Μαρία Κασαμπαλόγλου-Ρομπλέν, εκδόσεις Πατάκη 1997. 
music: The Earthbound – Lost, Brotherhood Of The Dog CD, Sirius 2004.

Παρασκευή, 8 Νοεμβρίου 2013

The Oscillation @ Eightball 7/11/2013


Άρτι αφιχθείς από τον έβδομο φθινοπωρινό ουρανό, όπου πήγα και γύρισα σαν την ουρά του κομήτη διαπερνώντας ίδιο τρυπάνι το ταβάνι του Eightball και ουχί της Μαύρης  Τρύπας τελικά, έχω να δηλώσω τα εξής…
Κύριε πρόεδρε…εντιμότατοι ένορκοι…σεβαστό μου ακροατήριο…κατ’ αρχήν να σας πω ότι η επιστροφή μου οφείλεται εν πολλοίς στην απουσία encore από το χθεσινό κονσέρτο από και για ταραγμένα μυαλά που έλαβε χώρα στην γνωστή λυρική σκηνή του Eightball.
Αν οι τρεις (ο τέταρτος που έβλεπα στις φωτογραφίες αλήθεια που πήγε?) επί σκηνής μουσικοί επιχειρούσαν να ξανανεβούν σ’ αυτήν, και μετά το πέρας της μιας ώρας και ενός τετάρτου παρουσίας τους, δεν είναι καθόλου σίγουρο το σε ποια απομακρυσμένη γωνιά του ηλιακού μας συστήματος –τουλάχιστον- θα βρισκόμουνα σήμερα, ξεχασμένος μα απόλυτα ικανοποιημένος με την έκβαση της ασήμαντης έτσι κι αλλιώς ζωής μου.
2ον, σαν τους Εγγλέζους μπασίστες δεν βρίσκεις πουθενά.
3ον, η δεσποινίς τυμπανίστρια έκανε τους παρευρισκομένους (70-80 νοματαίους) να χάσουν το μυαλό τους κάπου μέσα στον ασταμάτητο ρυθμό, τον οποίον όμως η ίδια δεν έχασε ποτέ ούτε για κλάσμα του δευτερολέπτου.
4ον, έχοντας πίσω του το βαθύ των ντραμς, και το υγρό του μπάσου όπως όλα τα μεγάλα τρίο της Αγγλικής σκηνής εξ απ’ ανέκαθεν,  ο συμπαθέστατος κιθαροαοιδός που στιγμές χτυπούσε επίσης με τα δάχτυλά του τα πλήκτρα που είχε μπροστά του το πολυτάλαντο παιδί, είχε όλη την άνεση αλλά και την καλοσύνη να μας λούσει με τόνους wah wah και άλλων βρώμικων ηχητικών σαμπουάν, που δεν χορταίναμε να βάζουμε πάνω και μέσα στο κεφάλι μας. Το δέσιμο δε των τριών, και ο τελικός ήχος που έβγαινε από τα ηχεία ήταν αξιοθαύμαστος, και αξιοζήλευτος θα πρόσθετα, από πολλά γνωστά και καταξιωμένα συγκροτήματα της αλλοδαπής αλλά και της ημεδαπής.
5ον, η αφιέρωση στον Mick Farren απέδειξε περίτρανα τι ύποπτο καπνό φουμάρουν αυτοί οι τρεις φερέλπιδες νέοι.
6ον, για τους Φανταστικούς Ήχους που προηγήθηκαν, ένα έχω να πω, ότι δεν είμαι ο κατάλληλος να κρίνει συναυλίες που το κύριο όργανο είναι ένα λάπτοπ, αλλά πολύ την ευχαριστήθηκα την σεμνή και ρυθμική παρουσία τους σαν ορεκτικό.
7ον, και τελειώνω κύριε πρόεδρε, ευχαριστώ για την υπομονή σας, μια τέτοια συναυλία από οργισμένα και ψυχεδελιασμένα νιάτα μια φορά το δίμηνο να σκάει, και δεν θέλω να ξανακούσω για ξαναζεσταμένα επετειακά και νοσταλγικά.
Τέλος, δεν είμαι καθόλου ειδικός επίσης και στο metal αλλά όπως και να έχει και epic να μην ήταν αυτό που ακούγαμε όσην –αρκετή- ώρα περιμέναμε ν’ αρχίσει η συναυλία, δεν νομίζω να ήταν η ποιο κατάλληλη επιλογή από την πλευρά του DJ.

Πέμπτη, 7 Νοεμβρίου 2013

i'm about to get sad

Ενόσω ετοιμάζομαι για το live των Oscillation, και για να κρατήσω όσο το δυνατόν μακρύτερα την απειλή της διάθεσης που υποδηλώνει ο τίτλος της ανάρτησης, κάνω ένα ευχάριστο μουσικό διάλλειμα έχοντας πάντα στο μυαλό ότι είναι μεγάλο προσόν η αίσθηση του χιούμορ, θείο χάρισμα κανονικά, και στους μουσικούς φυσικά, αλλά βέβαια αυτό ισχύει όταν συνυπάρχει και μια μικρή λεπτομέρεια που οι περισσότεροι σκόπιμα φροντίζουν να παραλείπουν…τον πρώτο που δεν παίρνεις πολύ πολύ στα σοβαρά είναι τον εαυτό σου…κυρίως αυτόν.
Συνηθίζω σε ανάλογες περιπτώσεις να βάζω και την αρχική εκτέλεση, αλλά σήμερα λέω να την παραλείψω, μιας που τα παιδιά εκείνο το βράδυ έκαναν το κομμάτι απόλυτα δικό τους που λέμε, και εξαφάνισαν μια και καλή και δια παντός, και το παραμικρό ίχνος του πρωτότυπου.
Όταν μιλάμε για διασκευή…από τους Unknown Passage και ένα –ιστορικό όπως αφήνει να εννοηθεί η όλη ηχογράφηση- live στο Babel Club, Πτολεμαΐδα 1998. 

Τρίτη, 5 Νοεμβρίου 2013

The Corpse Grinders - Guessing Games


Η ιστορία για τους Rick Rivets (κιθάρα), Arthur Kane (ρυθμική), και Stu Wylder (φωνή-τύμπανα) ξεκινάει σε ένα γκαράζ - τι άλλο- της Νέας Υόρκης πίσω στα 1966 με μια μπάντα που άκουγε στο όνομα London Fogg και δημιουργήθηκε όπως και χιλιάδες άλλες εκείνη την εποχή, για ν’ αντιγράψει τη μουσική, και αν είναι δυνατόν να κλέψει λίγη από την δόξα τον Βρετανών εισβολέων που ως γνωστόν άκουγαν σε ονόματα όπως Kinks, Yardbirds, Rolling Stones etc etc.
Μετά από ένα όχι και τόσο ένδοξο τελικά τέλος των Fogg, συνεχίζει, η ιστορία μαζί με δύο από τους τρεις, τον Kane και τον Rivets, για να συναντήσει αρχές του 1971 στην ίδια πόλη, τον Johnny Thunders και τον Billy Murcia μια πρώιμη μορφή δηλαδή τον New York Dolls, χωρίς όμως για ακόμη μια φορά ένα ένδοξο τέλος τουλάχιστον για τους ομιχλώδεις τύπους που μας απασχολούν εδώ.
Δεν πτοούνται όμως ούτε αυτοί ούτε η ιστορία, που συνεχίζει με τους The Brats, για να φτάσει την άνοιξη του 1977 στους Corpse Grinders (τ’ όνομά τους το χρωστάνε στο ομότιτλο film), όπου για (πολύ) λίγο ξαναβρίσκουμε τους τρεις κομπανιέρος της αρχής και πάλι ενωμένους να βγάζουν την λέξη garage μπροστά από το punk της μουσικής τους και να το αφήνουν αυτό, το punk, νέτο σκέτο μόνο του, άντε με την λέξη rock ίσως ν’ ακολουθεί, μπόλικη b-movie αισθητική που τόσο μου αρέσει, και όλα τα παρελκόμενα των πέριξ του CBGB, για ν’ ακολουθήσουν με την σειρά τους χίλιες μύριες αλλαγές μελών, φύγε εσύ έλα εσύ, όσες δεν μπορεί να διαβάσει, πόσο μάλλον ν’ απομνημονεύσει και ο πιο καλοπροαίρετος και φανατικός οπαδός τους, και αλίμονο σ’ αυτόν που θα τολμήσει να ξεκινήσει να φτιάχνει το γενεαλογικό τους δένδρο, για να φτάσει, η ιστορία πάντοτε, κάπως έτσι ίσα με τις μέρες μας.
Εμείς εδώ θα αφήσουμε πίσω το πρώτο τους ιστορικό σαρανταπεντάρι, το Rites 4, Whites/Mental Moron  του 1978 στην Whiplash, (που οι πληροφορίες μου λένε ότι λίγο έλειψε η β’ πλευρά του, το Mental Moron δηλαδή, να βαφτίσει και τους δικούς μας Hydes όταν αυτοί στις αρχές έψαχναν για όνομα), δεν θα κοιτάξουμε ούτε ευθεία μπροστά, αλλά θα μείνουμε κάπου στη  μέση, στα 1984 και στον δεύτερο δίσκο του γκρουπ – ο πρώτος ένα χρόνο πριν με τίτλο The Legend of Corpse Grinders ήταν μια συλλογή από τα κομμάτια του single, ακυκλοφόρητο υλικό εκείνης της εποχής και κάποια νέα  τραγούδια- στον δεύτερο δίσκο όμως έλεγα, στην Γαλλική New Rose, που είχε τον τίτλο Valley of Fear.
Εδώ μέσα από την παλιά παρέα βρίσκουμε μόνο τον Rivets στην κιθάρα, στα φωνητικά είναι ο Ray Jalbert από τους Slugs, ενώ οι άλλοι δύο μουσικοί που αναγράφονται στα credits στην ουσία είναι ανύπαρκτοι μιας που εκτός από κάποια πλήκτρα του ενός, και τα τύμπανα ενός κομματιού από τα 11, μπάσο παίζει ο Rivets ενώ τα ντραμς τα αναλαμβάνει ο mr. Drum Machine που τόσο μεγάλη εκτίμηση έτρεφε στο πρόσωπο του εκείνη την εποχή ο Rivets.
Όλα στραβά και ανάποδα εν ολίγης, bad timing όπως γράφουν και οι ίδιοι αφηγούμενοι την ιστορία τους, αλλά ακόμη και μέσα σ’ όλα αυτά, ακόμη και με την συνοδεία του drum machine που τόσο μου τη σπάει, δεν είναι δυνατόν ν’ αγνοήσει κανείς κομμάτια σαν το Guessing Games όπου η φυσαρμόνικα φέρνει μαζί της κάτι από την παλιά μελωδία του Signed DC, και που πολύ θα ήθελαν να το έχουν γράψει κάτι τύποι σαν τον Thunders που λέγαμε παραπάνω προτού παραδώσουν σώμα και πνεύμα στην αιωνιότητα.
Τέλος…ποια καλή μπάντα θα το διασκευάσει και θα το ηχογραφήσει με τα τύμπανα που του πρέπουν?

Κυριακή, 3 Νοεμβρίου 2013

The Kill Devil Hills - Past and Future Ghosts

Independent
2013

Πολλοί, μαζί τους κι εγώ μπορεί ν’ αναρωτηθούν εύλογα ποιος ο λόγος ύπαρξης ενός live δίσκου από τους Kill Devil Hills, αφού η εμπειρία αλλά και η στατιστική λένε ότι η ιστορία είναι γεμάτη από ανάλογες προσπάθειες συγκροτημάτων να μεταφέρουν τα της σκηνής στο σπίτι μας, που καταλήγουν όμως τις περισσότερες φορές απλά αποτυχημένες, αρκετές άλλες σε φιάσκο, και είναι λίγες εκείνες που πραγματικά νιώθεις το δωμάτιο ν’ αχνίζει απ’ την ένταση της μπάντας και τον ιδρώτα του κοινού.
Το Pasts and Future Ghosts, μια μικρή αναδρομή στους 3 δίσκους (συν το τελευταίο σινγκλάκι, συν δύο ως τώρα ακυκλοφόρητα) των Hills, με δεδομένη και την bluesy φύση της μουσικής τους έθετε απ’ την αρχή σοβαρή υποψηφιότητα για τις δύο πρώτες κατηγορίες, αλλά όπως τα 9 μόλις κομμάτια αρχίζουν να διαδέχονται το ένα τ’ άλλο, η φωνή του Humphries να ξετυλίγει ιστορίες μέσα από την καρδιά του, που κι αυτή είναι ένας τόπος φτιαγμένος με εννιά μέρη νερό κι ένα άμμο, οι κιθάρες, τα τύμπανα τα πλήκτρα και τα βιολιά να συνοδεύουν την αργή ζύμωση του χαρμανιού, το σκοτάδι έξω να σκεπάζει την βρωμιά της μέρας μαζί με την ομίχλη, και αφού έχει προηγηθεί νωρίς νωρίς –δεύτερο στη σειρά- η προειδοποιητική πιστολιά του Gunslinger, ο δίσκος έχει φτάσει κιόλας στη μέση, έρχεται η εκτέλεση του Ι Wonder If Shes Thinking Of Me και κάνει το δωμάτιο ν’ αχνίζει σαν καζάνι με εκλεκτό βραστό στη κόλαση, μυρωδιές ιδρώτα, μπύρας, χόρτων και ούρων από την ανοιχτή πόρτα της τουαλέτας πλανιόνται στον αέρα, κάποιος γαμώ το σπίτι του πατάει το πόδι μου στην προσπάθεια του να πάει για κατούρημα παραπατάει πέφτει και ξερνάει,  από πίσω ακούγονται κραυγές μεθυσμένων, τα μαλλιά των μπροστινών κολλάνε στη μούρη μου, συνηθισμένα πράγματα τι να πεις…its alive!