Παρασκευή, 30 Αυγούστου 2013

Orphan Drugs#9 Rainer Hass


Αγαπημένο μου κοινό! (γλείψιμο κι έτσι)…δεν ξέρω τι κάνετε εσείς, ελπίζω, εύχομαι και προσεύχομαι να είσαστε καλά, όσο για μένα συνεχίζω να χύνω ποτάμια ιδρώτα πακετάροντας και κουβαλώντας…και όταν λέμε ποτάμια εννοούμε τουλάχιστον Δούναβη, για να μη πω τον μεγάλο μαύρο ποταμό, το Γέρο, τον Μισσισσίπι…όχι για πολύ ακόμη όμως… σύντομα ο saunterer ο τακτικός θα είναι και πάλι κοντά σας, να γλυκαίνει τις μέρες, να ομορφαίνει τις νύχτες, να…σταματάω γιατί με απειλούν ότι θα με ξαναστείλουν στον γιατρό…σύντομα κοντά σας ξανά λοιπόν, open up and bleed, μα για σήμερα το πρόγραμμα έχει…κονσέρβα…δηλαδή το ένατο orphan drugs που δεν έχει «ανέβει» ποτέ εδώ μέσα, παρά μόνο στο tranzistor.gr

και προσεταξεν κυριος κητει μεγαλω καταπιειν τον ιωναν
και ην ιωνας εν τη κοιλια του κητους τρεις ημερας και τρεις νυκτας

Σ ένα σκοτεινό υπόγειο, σαβανωμένα από τον ιστό της αράχνης, σκεπασμένα από την σκόνη και την λήθη, ξεχασμένα από θεό και άνθρωπο, μια στοίβα βινύλια περίμεναν υπομονετικά για χρόνια ένα ανθρώπινο –μα στην ουσία θεϊκό για αυτά- χέρι  με την πιάστρα της βελόνας στον δείκτη για να τους δώσει την ζωή ξανά.

Η μουσική που ξεχύθηκε στο δωμάτιο δεν ήταν αυτό που θα έλεγε κανείς όμορφη, άσε που αυτή η παλιομοδίτικη διστακτική σαν να ντρέπεται που τραγουδάει φωνή, με την συνοδεία της κιθάρας θαρρείς  του Django Reinhardt ακούγονταν παράταιρη πια σ αυτόν τον αιώνα…τον 21ο.
Όσο για το όνομα του δημιουργού της, που από τα δεκαέξι του είχε αποφασίσει ότι δεν είναι ο Reiner Hardt που όλοι ξέρανε, αν δεν είναι ακυκλοφόρητο των Abwarts, θα μπορούσε να ανήκει σε έναν νεκρό πλέον πρεζάκια μπασίστα συγκροτήματος που άλλαξε την ιστορία της μουσικής πριν καμιά τριάνταπενταριά χρόνια .

Reiner Hass που στην γερμανοαγγλική μετάφραση μας κάνει Pure Hate.

Κι όμως το μόνο κοινό που είχαν οι δυο τους πέρα του ότι ήταν μουσικοί (αν και αυτό για τον μπασίστα σηκώνει πολύ συζήτηση) το μόνο κοινό τους λοιπόν είναι η ιδιότητά τους ως πτώματα.
Ο ήρωας μας δε, ο Herr Hass είχε φροντίσει να εγκαταλείψει οικιοθελώς αυτόν εδώ τον μάταιο κόσμο πριν 67 χρόνια, όταν βρέθηκε κρεμασμένος από το ταβάνι του σπιτιού του, εκείνη την χιονισμένη χριστουγεννιάτικη νύχτα του 1945.

Από παιδί που ξεκίνησε να παίζει κιθάρα, μέχρι και την μέρα του θανάτου του στα 38 χρόνια του, φαντάζομαι ότι θα ‘χε σκαρώσει πολλά τραγούδια, αρκετά από αυτά ίσως να τα ηχογράφησε κιόλας, και θα είχε περάσει ίσως άλλα τόσα βράδια σε πάλκα γεμάτα καπνό όπως αυτά της γοητευτικής εποχής, που όμως έζεχνε κόλαση και έμεινε γνωστή σαν «η Δημοκρατία της Βαϊμάρης».
Αχώριστος σύντροφος από την αρχή και συνάμα έμπνευσή, η σχιζοφρένια του,  μαζί με της ασπρόμαυρες αλλόκοτες φιγούρες του Hans Beckert, του Dr. Caligari, και του Count Orlok, που τον γοήτευσαν και τον επηρέασαν αργότερα.

Όταν πια η μυρωδιά της κόλασης έγινε αποπνικτική, και ο πόλεμος μαινόταν φρικιαστικότερος έξω, παρά μέσα στο μυαλό, ο Hass αποφάσισε ότι δεν τον χωράει ο τόπος και καλά θα κάνει να τελειώνει αυτός με όλα αυτά, γιατί αυτά από μόνα τους δεν πρόκειται ποτέ να τελειώσουν.
Όση από την ηχογραφημένη του μουσική ξέφυγε από την ολοκληρωτική μανία των Ναζί, καταστράφηκε από την ανάλογη των συμμάχων σε θηριωδίες όπως αυτή της γενέτειρας του Hass Δρέσδης, δύο χρόνια μετά τον θάνατό του.

Ο χρόνος συνέχιζε να ρουφάει την ζωή τριγύρω, το σώμα του Reiner Hass αναπαυόταν (και συνεχίζει) στην κοιλιά της Γης, το όνομά του ξεχασμένο κι αυτό στα μαύρα σκοτάδια της κοιλιάς του κήτους, και η μουσική του όλη, αέρας, σαν να μην υπήρξε ποτέ.
Όλη? Όλη…εκτός από τα αραχνιασμένα βινύλια που λέγαμε στην εισαγωγή.

Αυτά αφού πέρασαν τον Ατλαντικό μέσα στην τσάντα της Frau Sophia Schmitz, πακεταρίστικαν ξανά και ξανά από την Νέα Υόρκη στο Ιλινόις, κι από κει στο Σικάγο, αφού στριφογύρισαν στο πικ-απ γεμίζοντας τα δωμάτια με τις μελωδίες τους, και συνοδεύοντας την ανάγνωση των γραμμάτων του καλού φίλου που έμεινε πίσω στην Ευρώπη, στο τέλος υποθέτω θα ξεχάστηκαν και από την ίδια την ιδιοκτήτριά τους μέσα στην θαλπωρή της έγγαμης ζωής στον Νέο Κόσμο.

Ίσως να μπήκαν στο υπόγειο ακόμη και πριν ο Βασιλιάς ηχογραφήσει το Thats All right και το Blue moon of Kentucky.
Ίσως πάλι ως τα 1979 που πέθανε η Σοφία να ανέβαιναν κάποια βράδια και να έπαιρναν την θέση τους κάτω από την βελόνα για ένα νοσταλγικό μνημόσυνο στον αδικοχαμένο φίλο που έφυγε νωρίς, και στα νιάτα της μαζί.
Πάνω σ αυτό μόνο υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε.

Το ότι φτάνουμε στην αρχή αυτής της ιστορίας με τα αραχνιασμένα βινύλια, το οφείλουμε στον εγγονό της Σοφίας και μάλλον νερντ της μουσικής σαν και σας εδώ μέσα, τον Andy OBrian, που τιμωρήθηκε από τον πατέρα του γιατί πιάστηκε επανειλημμένα  να κάθεται καπνίζοντας ξάπλα στο κρεβάτι και να ακούει μουσική, τεμπελιάζοντας έτσι με τις ώρες, τιμωρήθηκε λοιπόν με το να καθαρίσει, να γλύψει καλύτερα, το υπόγειο του σπιτιού.
Από κει και πέρα στις παράξενες μέρες που ζούμε ένα μεϊλ του συνεπαρμένου Andy στη δρακουλιάρικη Gravewax records (που είναι σπίτι τύπων σαν τους Sons Of Perdition και Those Poor Bastards μεταξύ άλλων) έφτασε για να ξεράσουν τα σκοτάδια πίσω στο φως την μουσική του Herr Hass.

Το πρώτο του τραγούδι στην Αμερική, όπου για μια στιγμή ονειρεύτηκε να ακουστεί η μουσική του (και ίσως για αυτό το περισσότερο από το υλικό που σώθηκε έχει Αγγλικό στίχο) κυκλοφόρησε τελικά 62 ολόκληρα χρόνια μετά τον θάνατό του, και αντί για συνοδοιπόρος της Dietrich και του Reinhardt, είχε πλέον βαπτιστεί ως επίτιμο μέλος μιας υποτιθεμένης Γοτθικής κάντρι σκηνής, που ξεκινάει με τους 16 Horsepower και τον Munly, περιλαμβάνει ονόματα σαν αυτά των παραπάνω τροφίμων της Gravewax, και φτάνει μέχρι και μπάντες σαν του Creech Holler.
Ο τρίτος δίσκος της σειράς της Rodentia το Rodenticide που κλείνει με το Death του Hass είναι πιστεύω κατατοπιστικός.
Και μετά σου ‘βγαζε η Crypt συλογγές με 60’s garage και σου ‘λεγε Back from the grave…Τα τραγούδια του Hass παρασυρμένα από τον Σιμούν πήγαν μια βόλτα ως το βαθύτερο μπουντρούμι της κόλασης και πάλι μ’ αυτόν στην πλάτη τους γύρισαν, περιμένοντας πλέον να τυπωθούν σ αυτό που σε άλλη περίπτωση θα ονομάζαμε «πρώτο CD του Rainer Hass».

Ο λόγος τώρα που τα διαβάζετε όλα αυτά από έναν άνθρωπο που έχει ακούσει όλα κι όλα μόλις πέντε τραγούδια του, είναι ότι η ιστορία αυτού του ορφανού μουσικού, μια από τις πολλές άλλες που δεν θα δουν το φως ποτέ, και μέσα της ίσως βρίσκουν κάποιο μικρό η μεγάλο κομμάτι τους, έτσι αναπάντεχα ξετρυπωμένη σαν τρωκτικό απ’ το υπόγειο που είναι, αλλά και πλεγμένη με τέτοιον αριστοτεχνικό σαδισμό προς τον ήρωα της (από τίνος χέρι άραγε?), απλά πρέπει να ειπωθεί.

απερριψας με εις βαθη καρδιας θαλασσης και ποταμοι με εκυκλωσαν παντες οι μετεωρισμοι σου και τα κυματα σου επ' εμε διηλθον…
και προσεταγη τω κητει και εξεβαλεν τον ιωναν επι την ξηραν.

*Τα παραπάνω είχαν γραφτεί τον Αύγουστο του 2010, και απ’ ότι το έψαξα λίγο αυτό το «πρώτο CD του Rainer Hass» ακόμη να κυκλοφορήσει…
Αν το έχει η μοίρα σου που λένε…


Δευτέρα, 26 Αυγούστου 2013

ode on solitude

 
Happy the man, whose wish and care
   A few paternal acres bound,
Content to breathe his native air,
                            In his own ground.

Whose herds with milk, whose fields with bread,
   Whose flocks supply him with attire,
Whose trees in summer yield him shade,
                            In winter fire.

Blest, who can unconcernedly find
   Hours, days, and years slide soft away,
In health of body, peace of mind,
                            Quiet by day,

Sound sleep by night; study and ease,
   Together mixed; sweet recreation;
And innocence, which most does please,
                            With meditation.

Thus let me live, unseen, unknown;
   Thus unlamented let me die;
Steal from the world, and not a stone
                            Tell where I lie.
 
image: Λεπτομέρεια από το οπισθόφυλλο του 7” single Silver Sail των Wipers, σχέδιο:
Brian Marsland.
text: Alexander Pope (1688-1744) – Ode on Solitude, από το Essay on Man and Other Poems, Dover Publications 1994.
music: Wipers – The Lonely One, Over The Edge LP, Brain Eater Records 1983.  

Πέμπτη, 22 Αυγούστου 2013

Little Deadman


Κάνω ένα διάλλειμα από το κουβάλημα, την σκόνη και τις κούτες που δεν τελειώνουν οι παναθεματισμένες, για να βρεθώ πάλι κοντά σας για λίγο αγαπητά μου τέκνα…με ένα EP από τις αποκαλύψεις αυτού του καλοκαιριού, κι ας έχει κυκλοφορήσει δύο χρόνια πριν (2011), τα καλά νέα δεν είναι σαν τα άσχημα, πολλές φορές ταξιδεύουν και φτάνουν ως την πόρτα μας αργά…

Ο λόγος για το Shooting Seagulls των Little Deadman, που έφτασε στ’ αυτιά μου με την βοήθεια του πολύτιμου βοηθητικού, θηλυκού γένους, προσωπικού του blog, που δουλεύει με αυταπάρνηση και ζήλο, μακριά απ’ τα φώτα τις δημοσιότητας, και εκτός από φοβερά CD για τα ταξίδια και τις διακοπές, προσφέρει και θέματα για το orphan drugs όπως αυτό…Σ…και Χ…σας ευχαριστώ, όσο για τους μισθούς που σας χρωστώ…υπομονή παιδιά μου, όλα θα φτιάξουν…κάποτε…άλλωστε ο λόγος μου είναι εγγύηση...πάντα…

Οι Little Deadman λοιπόν με ένα EP και ένα single στο ενεργητικό τους, από το ηλιόλουστο San Diego των στεϊτς,  με surf πενιές, Εγγλέζικη μελαγχολία, Αυστραλέζικο ίστρο, και δύο κομμάτια, το ομώνυμο Shooting Seagulls (with our smiles, τι στίχος!) και το Post Helado Madness, που πολύ θα ήθελαν να έχουν γράψει οι Witch Hats του Pleasure Syndrome ας πούμε το πρώτο, και όλοι οι κακόμοιροι και ανέμπνευστοι surfers που αναμασούν για αιώνες την ίδια ανατολίτισσα Μισιρλού, το δεύτερο…


Δευτέρα, 19 Αυγούστου 2013

waiting for the clouds


Αγαπητό μου αναγνωστικό κοινό…εσείς οι εκατοντάδες χιλιάδες, αυτή η πραγματική λαοθάλασσα, τέτοια που ούτε έξω από τον Άγιο Παντελεήμονα δεν συναντά κανείς…όπως καταλαβαίνετε επέστρεψα…μόνο για χάρη σας…το γνωρίζω ότι ήταν δύσκολος αυτός, ο έστω πρόσκαιρος μα σίγουρα οδυνηρός αποχωρισμός, ίσως κάποιοι από σας δεν άντεξαν και το έριξαν στο ποτό ή ακόμη –θεός φυλάξει- και στα ναρκωτικά, μα τώρα όλα θα περάσουν…hash
Επειδή όμως συμβαίνουν διάφορες αναταράξεις-ανακατατάξεις αυτές τις μέρες, και για κάμποσες ακόμη, ίσως να μην είμαι και τόσο τακτικός όσο συνηθίζω…ίσως πάλι μου την βαράει μαύρα μεσάνυχτα και αψηφώντας την κούραση και τις αντίξοες συνθήκες –μέχρι και οι δίσκοι μου είναι άνω κάτω, τοπίο βομβαρδισμένο, όσο για τα cd, μόλις μάζεψα μερικά μέσα από την μπανιέρα! – τι έλεγα όμως???
Α! ίσως να αψηφώ λοιπόν όλ’ αυτά και ακόμη περισσότερα, και να κάθομαι με αυταπάρνηση να γράφω μέσα στο μεσονύχτι για να είμαι πιστός στο ραντεβού μου…τι άλλο να πω εγώ…ο γιατρός είπε «έχε πίστη γιέ μου, και θα δείξει το πράμα»…
Επέστρεψα έλεγα…μάλλον κι εσείς, όσοι φύγατε για κάπου τέλος πάντων…καλώς σας βρήκα, μα φύγαμε δεν φύγαμε τώρα που είμαστε όλοι -ελπίζω- εδώ ξανά, το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να περιμένουμε (εντάξει, πέρα απ' την επανάσταση που έτσι κι αλλιώς είναι στανταράκι με τέτοιον ηρωικό λαό), να περιμένουμε λέμε...τα σύννεφα…αυτά που μου θυμίζουν…

Σάββατο, 3 Αυγούστου 2013

a long goodbye...with a cacophonus vibe


Ως την επόμενη φορά (εάν και εφόσον) να είσαστε όλοι καλά...
Τον αποχαιρετισμό παιανίζουν οι Harmony...

Πέμπτη, 1 Αυγούστου 2013

like an outlaw



«Κόρα, τι λες πάμε να φύγουμε μαζί?»
«Το σκέφτηκα κι εγώ αυτό. Το σκέφτηκα πολύ».
«Εντάξει, παράτα τον λοιπόν και πάμε. Πάμε να φύγουμε».
«Και που να πάμε που?»
«Όπου να ‘ναι. Τι μας νοιάζει?»
«Όπου να ‘ναι. Όπου να ‘ναι. Ξέρεις που είναι αυτό το όπου να ‘ναι?»
«Είναι παντού. Όπου θέλουμε, όπου διαλέξουμε».
«Όχι, δεν είναι παντού. Είναι ένα μπάρ στο Λός Άντζελες».
«Δε σου μιλάω για μπαρ. Σου μιλάω για το δρόμο. Έχει πλάκα, Κόρα. Και κανείς δε τον γνωρίζει το δρόμο καλύτερα από μένα. Ξέρω όλες του τις στροφές και τα κόλπα του. Και ξέρω πώς να τον εκμεταλλευτώ. Και στο κάτω κάτω αυτό δεν είναι που θέλουμε? Αυτό δεν είμαστε? Δυό αλήτες?»…
…«Άλλά δεν γίνεται, Φράνκ. Ο δρόμος…ο δρόμος δεν οδηγεί πουθενά παρά μόνο εκεί που ήμουνα και πριν. Για μένα κάποιο μπαρ και για σένα κάποια δουλειά φύλακα σε γκαράζ που θα πρέπει να φοράς και στολή. Βάζω τα κλάματα και μόνο που σε σκέφτομαι να φοράς κάτι τέτοιο, Φράνκ».
«Και τότε λοιπόν?»…
«Υπάρχει τρόπος».
«Εσύ είσαι που έλεγες πριν ότι δεν είσαι αγριόγατα?»
«Το είπα Φράνκ…εντάξει έκανα λάθος. Και πρέπει τώρα να παίξω την αγριόγατα, μια μόνο φορά, για να το διορθώσω. Αλλά δεν είμαι στ’ αλήθεια έτσι, Φράνκ».
«Θα σε κρεμάσουν όμως γι’ αυτή τη μία φορά».
«Όχι, αν γίνει σωστά…»
«Μιλάς λες και πρόκειται για κάτι το κανονικό».
«Και ποιος θα μάθει ποτέ αν ήτανε κανονικό, εχτός από σένα κι από μένα?»
«Εσύ κι εγώ».
«Εσύ κι εγώ, ναι. Μόνο αυτό μετράει, Φράνκ. Όχι, εσύ, εγώ κι ο δρόμος, ή κάτι άλλο, αλλά μονάχα εσύ κι εγώ, σκέτο».
«Αγριόγατα θα ‘σαι σίγουρα. Δε θα ‘νιωθα έτσι για σένα αν δεν ήσουν».
«Αυτό θα κάνουμε λοιπόν. Φίλα με, Φρανκ. Στο στόμα».
Τη φίλησα. Τα μάτια της έλαμπαν πάνω μου σαν δυό γαλάζια αστέρια. Ένιωσα σαν να ‘χα μπει σ’ εκκλησία. 

text: James M. Cain - The Postman Always Rings Twice (1934), στα ελληνικά: Ο ταχυδρόμος χτυπάει πάντα δύο φορές, μετάφραση Γιώργος Λαζόπουλος, εκδόσεις Οδυσσέας 1982. 
music: Social Distortion – Like an outlaw (for you), Prison Bound LP, Restless records 1988.