Τρίτη, 31 Ιουλίου 2012

i feel up i feel groovy ...russian roulette with the last drive


Βασικά δεν είχα σκοπό να σας ταλαιπωρήσω απόψε, αλλά φταίει η έστω άρρωστη βροχή που πέφτει έξω αυτή την στιγμή στην μεταμεσονύκτια πόλη που ανοίγει το στόμα της αυτό το πικρό χάπι να καταπιεί, φταίνε οι μπύρες που ήπια, τα τσιγάρα που κάπνισα, φταίει ο Stam απ’ το Here Today Gone Tomorrow και μια κουβέντα για τους Drive που ανοίξαμε, και θα μας πάρει σίγουρα ώρες αν όχι μέρες να κλείσουμε, από κοντά αυτή τη φορά (ranx τον νου σου!) και σιγά μη την κλείσουμε, και πιο πολύ απ’ όλα φταίει το ρεφρέν του Russian Roulette των Lords of the New Church όπως το τραγουδάνε οι Last Drive τώρα τελευταία στις συναυλίες τους, απ’ το live στο fuzz νομίζω που είχε κολλήσει το μυαλό μου και δεν μπορούσα να θυμηθώ με τίποτα ότι είναι LOTNC, I feel up I feel groovy la la la la la la la, φταίει και ο Stiv Bators που ήταν καλό παιδί, φταίνε όλα αυτά λοιπόν που με έκαναν να βγω απ’ την καλοκαιρινή μου κατάθλιψη για λίγο, και να ‘μαι ξανά εδώ…άλλωστε με τέτοια τραγούδια και τους ανθρώπους που συνάντησα στην πορεία χάρη σ’ αυτά όχι μόνο επιβίωσα της κατάθλιψης τόσα χρόνια, αλλά θα το πω κι ας είναι μελοδραματικό, επιβίωσα γενικά…

Και ρε stam εγώ να δεις τι δεύτερες σκέψεις είχα κατά καιρούς για την πρώτη και τη δεύτερη και την δεν ξέρω γω πια περίοδο τους, και το metal που λέγανε τότε για το Blood Nirvana παραβλέποντας την εποχή που μας πήγε όλους στα πιο σκληρά...γενικά, και όλα αυτά που σαν σέκτα ασχολούμαστε, αλλά ειδικά μετά το reunion στα live που τους βλέπω πόσο αληθινοί είναι και πόσο το γουστάρουν, σαν μικρά παιδιά που το μόνο που περιμένουν είναι να βγουν στη σκηνή και να παίξουν και όλα τα άλλα είναι χρονοτριβή, και δεν είναι η νοσταλγία που μεταμορφώνεται σε επικερδή επιχείρηση, έτσι κι αλλιώς εγώ το ‘χω πάρει απόφαση απ’ την αρχή ότι τους αγαπάω, και ένα απ’ τα χέρια που μ’ έσπρωξαν στην μεγάλη βουτιά στη θάλασσα του rock and roll που ακόμη τσαλαβουτάω ήταν το δικό τους, και τους χρωστάω, και το Child of the Sky απ΄ το καινούργιο είναι κομματάρα, και Drive είναι και το Devil May Care, Drive είναι και το Killhead Therapy, Drive είναι και το Broken Dreams, και μεις στον δρόμο πόσες μουσικές ακούσαμε και πόσο διαφορετικά κολλήματα είχαμε κατά καιρούς από surf μέχρι ψυχεδέλεια μέχρι stoner μέχρι πίσω στο blues...έτσι πιστεύω γίνεται και με τους μουσικούς που ακούνε μουσική και προχωράνε, και μένα μου την σπάει που όλοι τους γλύφουμε αλλά σκέψου πόσο άδειο, άχαρο θα ήταν το ελληνικό rock and roll -τουλάχιστον- αν δεν είχαν υπάρξει καθόλου αυτοί, και πολοί απ’ αυτούς που ψειρίζουν τις περιόδους απ’ την αρχή δεν τους γουστάρανε αλλά πλέον ντρέπονται να το πουν, και σκέψου που είναι οι Nomads τώρα που είχανε ως κάποια φάση και μια παράλληλη πορεία, και τι βλακεία βγάλανε για καινούργιο δίσκο, και τι παπάρα είχανε βγάλει οι Birdman για δίσκο επανένωσης, και…δεν λέω άλλα με έπιασε παραλήρημα, υποτίθεται θα τα πούμε από κοντά, έχω το Russian Roulette να παίζει μια απ’ τους Lords και μια απ’ τους Drive και τραγουδάω και το ρεφρεν και αυτά…

Για τον stam και τον ranx και όλους τους πιστούς της drive tribe εκεί έξω, λοβ μπραδερς, γάμα τις περιόδους είναι μόνο rock and roll, Russian Roulette διασκευή και πρωτότυπo…


Hey hey hey we're in the movie. I feel up and I feel groovy. Let's go out and get some of that. Gimme gimme gimme some Russian Roulette. La la la.... I said hey!

Δευτέρα, 30 Ιουλίου 2012

The Cult Figures - I Remember


Το In Love, ένας ειρωνικός φόρος τιμής στα ΕPs της αγάπης των 50’s, είναι το δεύτερο και τελευταίο EP -που ακολούθησε το Zip Nolan-, των Cult Figures, μιας ακόμη μπάντας κάντο μόνος σου πυροτέχνημα, που ακολούθησε τον γενικό χαμό της έκρηξης του αγγλικού punk, βγήκε και αυτό στην Rather records, την εταιρία των Swell Maps το 1980.
Πρώτο κομμάτι από τα τρία είναι το με ένα πονηρό κλείσιμο του ματιού, σπαραξικάρδιο I Remember, ένα τραγούδι που ακούγεται σαν να ξέφυγε από την pop μούσα των Ramones, η σαν μια ωραία διασκευή σε κάποια απ’ τα ακόμη πιο ωραία κορίτσια του Phil Spector.

Του έδωσαν το φιλί της ζωής ενάντια στην απόλυτη λήθη οι Nomads, όταν το διασκεύασαν ως συνήθως παίρνοντας το σκαλπ των ακροατών, σαν b-side στο επτάιντσο όπου στην πρώτη πλευρά έδιναν μια τραχιά εκδοχή του Wimp των Zeros (ενώ αργότερα το έβαλαν και στη συλλογή τους Showdown 2) και σίγουρα ο –και συμπαραγωγός του Ιn Love- Nikki Sudden και ο Epic Soundtracks θα σιγοτραγουδούν τα πίσω φωνητικά ακόμη και στην άλλη πλευρά (όχι του EP) όπου βρίσκονται, όπως έκαναν και σ’ αυτήν.



Σάββατο, 28 Ιουλίου 2012

ice


Λίγες μέρες ακόμη, μερικές αναρτήσεις, που έχουν παραπέσει οι περισσότερες και θα πάω κι εγώ να ξεκουραστώ. Τελικά αυτό που μπορεί να συναγωνιστεί μια βροχερή και μονότονη Κυριακή στο να βαρεθείς την ζωή σου, είναι σίγουρα μια οποιαδήποτε καλοκαιρινή μέρα από αυτές που περνάμε εδώ και ένα μήνα, αν και μου φαίνεται πια ένας αιώνας. Για αυτό να δύο μικρά κομμάτια πάγου.
Πρώτοι οι Ski Patrol από το 1980 με το Agent Orange του ομότιτλου single, στο γενικό κρύο και σκοτεινό κλίμα της εποχής, κι ας καίγονται απ’ το φονικό αέριο, και δεύτεροι και ακόμη πιο παγωμένοι –απ’ το εξώφυλλο ακόμη- οι White Hex, το ντουέτο δηλαδή του κιθαρίστα των Slug Guts Jimi Kritzler με την Tara Green, στο Waves από το άρτι αφιχθέν αυστραλοβερολινέζικο πόνημά τους Heat που περπατάει πάνω στα χιόνια και στα βήματα των HTRK.


Πέμπτη, 26 Ιουλίου 2012

Warsong - The Caravan EP

Sabotage Records
2012

Γείτονα μου…εχμ αγαπημένε, με την νεκροζώντανη τη γυναίκα σου που σας την σπάνε οι γάτες στον ακάλυπτο, εμείς που τις ταΐζουμε, τα παιδιά που παίζουν, τα δέντρα που μεγάλωσαν, ο ουρανός που τόλμησε να ξεπροβάλει ανάμεσα απ’ τις σκεπές και τις κεραίες, όλοι και όλα εκτός από αυτούς που σας πετάνε εσάς τα κοκάλα για να τα γλύψετε, μπορεί και αυτοί να σας την σπάνε δε λέω, αυτό όμως δεν σας εμποδίζει να γλύφετε ακόμη και το χέρι τους, γείτονα μου απόψε το αφιερώνω αυτό σε σένα.
Αν είχα την τύχη να σε έχω απέναντι και πριν είκοσι χρόνια θα περνούσαμε πολύ καλά μαζί. 
Κάθε βράδυ έτσι θα σε νανούριζα, έστω μέχρι τις έντεκα να ‘μαι και νόμιμος.
Μετά θα ανέβαινα δίπλα στα κεραμίδια και θα παρίστανα τον γάτο που θέλει να γαμήσει και νιαουρίζει όλο το βράδυ όπως στο ανέκδοτο. Αυτό στην καλύτερη περίπτωση. Στην χειρότερη θα έπαιζα τον λυκάνθρωπο που ουρλιάζει στο φεγγάρι. Κι αν είχε κανένας αντίρρηση ας ερχόταν εκεί πάνω. 
Στα λέω όλα αυτά να πας να ανάψεις μια λαμπάδα ίσα με το μπόι σου, που είναι μια καλοκαιρινή βραδιά του 2012, οι γάτες δεν νιαουρίζουν, τα παιδιά δεν παίζουν, τα δέντρα δεν μεγαλώνουν, ο ουρανός μένει κρυμμένος, συ εκεί να γλύφεις αλλά και να ακούς επαναληπτικά αυτόν τον δίσκο τόσο δυνατά σαν να παίζουν στο αυτί σου.
Και όλα αυτά μέχρι τις έντεκα. Γιατί μετά θα κάνω ακόμη μια εξαίρεση και θα ανέβω για μια και μοναδική φορά στην σκεπή. Γάτες είπες δεν θες οπότε…τι κάνει ουουουουουουου στα κεραμίδια?

Τετάρτη, 25 Ιουλίου 2012

in the raw


Σήμερα δεν θα μιλήσουμε για ταινία αλλά για…το χειρότερο βίντεο κλιπ στην ιστορία της μουσικής.
Έλεγα να το ανεβάσω αμέσως μετά τους Bitter Sweet Kicks και τα δικά τους σαφώς μικρότερης έκτασης αίσχη, μα πλάκωσε η ζέστη και είπα να περιμένω λίγο για να μην επιβαρύνω κι άλλο την κατάσταση…
Η θρυλική λοιπόν, λογοκριμένη εμφάνιση του Stu Spasm και των Lubricated Goat να παίζουν το όνομα και πράμα In The Raw με περιβολή Αδάμ-πλας παπούτσια, κιθάρες και ντραμς στην τηλεόραση και στην εκπομπή Blah Blah Blah το 1988, δεν χωράει πολύ πρόλογο…τα παραγνωρισμένα θορυβώδη αμφεταμινικά ερπετά σε πλήρη δράση και ηρωικές στιγμές…
Ένα ανεκτίμητο έργο τέχνης που ευτυχώς είμαι σίγουρος ποτέ κανένας μαλάκας λεφτάς δεν θα δώσει 120 εκατομμύρια δολάρια για να το αποκτήσει, όπως έκανε ο Λέον Μπλάκ  με την Κραυγή του Μουνκ…ψάξτε το όνομά του και κόψτε φάτσα φιλότεχνου ρε παιδιά…τον είδε ο πίνακας και άρχισε να ουρλιάζει…κάτι ήξερε ο Κάφκα που είχε δώσει ρητή κατηγορηματική εντολή για την τύχη των χειρογράφων του μετά θάνατον: «κάφτετα!»

Κυριακή, 22 Ιουλίου 2012

Next To Nothing - We All Die (In The Same Old Way)

Ακόμη και τώρα τις σπάνιες πλέον φορές που ξεψαχνίζω τους δίσκους μου, πάντα θα κοντοσταθώ για ώρα κοιτάζοντας την φωτογραφία του εξώφυλλου (του Νίκου Δήμου). Ομορφιά. Είναι και το όνομα του συγκροτήματος, όσο και ο τίτλος του δίσκου, άπαντα δείχνουν τον δρόμο. Άσε που έρχεται από μια εποχή όπου όλα τα ωραία φαινόντουσαν δυνατά…τουλάχιστον σε μένα.
Το τοπίο όπως άλλωστε και η μουσική δεν είναι ούτε από την Αμερική ούτε απ’ την Αυστραλία, παντού υπάρχουν δρόμοι που χάνονται στη νύχτα και καμιά φορά και μπάντες που με 2-3 χρόνια ζωής, έναν δίσκο (mini LP) ηχογραφημένο σε είκοσι τέσσερεις ώρες, έξι δικά τους τραγούδια κι ένα του Dylan, σ’ ακολουθούν για ολόκληρο το υπόλοιπο της διαδρομής.
Το όνομα τους φέρνει στο μυαλό τους Died Pretty, το εξώφυλλο τουλάχιστον σ’ εμένα το Gas Food Lodging των Green on Red, και όσο για την μουσική, κάπου εκεί γύρω είναι, με τις αυστραλέζικες κιθάρες όμως να αποδεικνύονται σαφώς δυνατότερες.
Οι Next to Nothing από την Αθήνα, που λίγο πριν το τέλος τους είχαν γίνει απλά The Next, από το 1988 και μέσα από το Long Way to the Sun, στο We All Die (In The Same Old Way) που σε μια ελεύθερη απόδοση το νόημά του θα ήταν κάπως έτσι:

Νεκρός γιατί ήταν πλούσιος, νεκρός γιατί ήταν φτωχός
νεκρός γιατί ήταν ασήμαντος, νεκρός γιατί ήταν ξακουστός
Όλοι γρανάζια της ίδιας μηχανής
Νεκροί
Απλά και μόνο επειδή έζησαν
Νεκροί
Με τον παλιό καλό τρόπο...


Παρασκευή, 20 Ιουλίου 2012

...and the tide is coming in


Κάτι σαν συνέχεια απ’ την προηγούμενη ανάρτηση…ένα βίντεο που βρήκα τυχαία όταν έψαψα στο youtube για το Everyman's an Island του Jah Wobble…εικόνα (με την βοήθεια… αλεσμένου καφέ) και μουσική του Andrew Masters…καλοκαιράκι είναι, τα προβλήματα μας τα λύσαμε δυναμικά, αναμφισβήτητα και αντρίκια σαν λαός, μπορούμε πλέον να αφοσιωθούμε στην ριμάδα την τέχνη…όχι?


Τετάρτη, 18 Ιουλίου 2012

everyman’s an island


Κι έτσι, στο τέλος ο Τσαρλς ίσιωσε τα μαλλιά του και άρχισε να κάνει παρέα με τα άλλα μπασταρδόσκυλα, τους λίγους γιαπωνέζους, μεξικάνους, εβραίους και έλληνες του γυμνασίου Τζόρνταν. Οι ανοιχτόχρωμοι μεξικάνοι περνιόντουσαν για ισπανοί, οι κινέζοι έλεγαν πως είναι λευκοί. Αλλά ακόμη και μ’ αυτούς τα πράματα ήταν δύσκολα, γιατί όλοι τους μίλαγαν μια γλωσσά ακόμα και μπορούσαν να τον αποκλείσουν από τη συντροφιά όποτε τους κάπνιζε.
Το μόνο που ήθελε ήταν να τον αποδεχτούν κάποιοι, κάπου, και κανείς δεν τον αποδεχόταν, άει σιχτήρ λοιπόν!
Και τότε βρήκε μια λύση. Ερωτεύτηκε τον εαυτό του.
«Να πάτε να γαμηθείτε, ηλίθιοι μαλάκες που ζείτε μέσα στην προκατάληψη», σκέφτηκε. «Εγώ μπορώ να δω τα μυαλά σας μέσα-έξω. Και μη μου μιλάτε εμένα για αποχρώσεις δέρματος, γιατί βλέπω το μίσος στις μικρές, μίζερες ψυχές σας».
Κατάλαβα τι πήγαινε να κάνει. Έχω δει και μερικούς άλλους ανθρώπους να ζουν σ’ αυτό το νησί δίχως χρώματα.

text: Charles MingusBeneath the Underdog, στα ελληνικά: Χειρότερα κι από τα σκυλιά, μετάφραση Χρύσα Τσαλικίδου, εκδόσεις Εξάντας 1981.
music: Jah Wobble’s Invaders of the Heart – Everyman’s an Island, από το Rising Above Bedlam LP, Oval Records 1991.


Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2012

The Coralinas


Αυτό είναι λίγο παλιότερο αλλά μόλις πρόσφατα κατάφερα να το βρω και να το κατεβάσω, αν και αμέσως μετά στο ψάξιμο ανακάλυψα ότι στο μεταξύ υπήρχε και σελίδα στο bandcamp

Ο λόγος για τον κιθαρίστα και συνθέτη Cam Butler που μπορεί μέσα στο 2012 να κυκλοφόρησε 2 καινούργιες δουλειές με την βοήθεια συμφωνικής ορχήστρας, αλλά επειδή και σας όπως και μένα δεν σας κόβω και πολύ της συμφωνικής, ας πάμε στον παλιότερο δίσκο του που αναζητούσα, το Free Energy που είχε βγάλει μαζί με τον ντράμερ Mark Dawson (Ed Kuepper) το 2010 κάτω απ’ το όνομα The Coralinas.

Εκεί, βρίσκουμε 4 ορχηστρικά κομμάτια, 5, 18, 2, και 20 λεπτών περίπου το καθένα, όπου οι Coralinas στα βήματα του Paul Kelly (όποιος θυμάται το soundtrack του Lantana καταλαβαίνει) ιχνηλατoύν τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα αναζητώντας τον δικό τους ήχο, και περιμένοντας απλά τον σκηνοθέτη να έρθει και να προσθέσει την –ασπρόμαυρη με έντονη σκίαση θα προτιμούσα κύριε σκηνοθέτα, αν και δεν μου πέφτει λόγος- εικόνα.

Περιμένοντας τον αέρα που μας έχουν τάξει οι γουεδα μεν, κάνω και μια λιτανεία καλού κακού στον βασιλιά άνεμο με υπόκρουση το Hey Future!


Παρασκευή, 13 Ιουλίου 2012

τσόντα με υπόθεση


Αργόσχολοι μου αναγνώστες, μόνο εσείς θα καταφέρετε να διαβάσετε το παρακάτω…εσείς και όσοι άλλοι τους έχει χτυπήσει κατακέφαλα η ζέστη, η ξεραΐλα και το άγχος …όπως τον γράφοντα. Γι’ αυτό και ανεβάζω Παρασκευή να έχετε όλη την άνεση του Σαββατοκύριακου μπροστά σας όσοι δεν πάτε για μπάνιο, να εντρυφήσετε…στα μυστικά της τσόντας, και όχι μόνο. 

Τώρα τελευταία, ένα βράδι απ’ αυτά τα ζεστά των ονείρων της θερινής νυκτός, που ξέρεις…είμαι τόσο βαρεμένος απ’ τη ζέστη και την κούραση, και το μόνο που καταφέρνω και κάνω είναι να ξαπλώνω στο κρεβάτι με τον ανεμιστήρα απέναντι, να κοιτάω το ταβάνι και να καπνίζω, έχοντας βέβαια πάντα δίπλα μισάνοιχτο κάποιο βιβλίο, με τον σελιδοδείκτη της Πρωτοπορίας «Παρανοϊκός είναι εκείνος που αρχίζει και καταλαβαίνει τι γίνεται γύρω μας» όπως έχει γράψει ο παππούς, σαν τέλειο άλλοθι στον εαυτό μου ότι και καλά κάτι κάνω, ένα τέτοιο βράδυ λοιπόν εκεί που σκεφτόμουν τους ανέμους τα ύδατα και όλα τα στοιχειά της φύσης, θυμήθηκα! 

Την πρώτη φορά που είχα πάει να δω τσόντα στο σινεμά. Το πώς έφταξε ως εκεί η σκέψη μου θα σας το αποκαλύψω στο τέλος, οπότε πάμε μια βόλτα ως τον σινεμά που λέγαμε. Το σκηνικό, για να καταλαβαινόμαστε, λαμβάνει χώρα στα άγρια πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’80 (αν και αυτό το early eighties μ’ αρέσει πιο πολύ, ας επιμείνω εγχώρια), όπου ανάμεσα σε όλα τα’ άλλα, καλά και στραβά όπως κάθε εποχή, υπήρχε και ένας κινηματογράφος σχεδόν απέναντι από το σπίτι μου, στην διαολότρυπα όπου είχα γεννηθεί. 

Ως εκείνη την μέρα τιμούσα το ταμείο συχνά πυκνά ειδικά κάτι Τρίτες που είχε θρίλερ με ζόμπι και δαιμονισμένους, καρχαρίες η τίποτα γκοτζίλες (oh no! they say he’s got to go, Go Go Godzilla!!!), και Πέμπτες που έβαζε καμπόικα. Βασικά και καράτε (μέχρι και με μαύρους! σαν να λέμε γουέστερν με κινέζους) έχω δει πολύ, αλλά δεν θυμάμαι την μέρα που έπαιζαν. Πάντως οι Δευτέρες πλην εκείνης της βροχερής και μοιραίας που θα αναφερθώ, ήταν απαγορευμένες για το μπόι μας, αλλά αυτό δεν θα κρατούσε για πολύ. Ως ιδανικά θύματα των αδηφάγων σαγονιών της μηχανής που άλλο δεν κάνει απ’ το να μασουλάει παιδικά και εφηβικά όνειρα αφοδεύοντας τα στον βόθρο των χαμένων ονείρων: ο αχόρταγος, ή η ραμπόνα η ρουφήχτρα ή έχουν πολλά ονόματα τα διαόλια και κάτι τέτοιοι βόθροι, είχαμε βιαστεί και ‘μεις με το ζόρι να μεγαλώσουμε.

Στα ηλεκτρονικά ήδη μπαίναμε, τα μαλλιά μάκραιναν (εμείς είμαστε rock), είχαμε κλέψει ποτά από την κάβα της αδερφής του ταρζάν (παρατσούκλι), τα ρουφήξαμε απ’ το μπουκάλι μέχρι τον πάτο κάτω από την γέφυρα κοιτώντας τα φώτα των αυτοκινήτων που χάνονταν στον δρόμο, πετώντας και καμιά πέτρα σαν καλά τσογλάνια που ήμασταν, μέχρι που έσβησαν όλα μέσα σε λιποθυμίες και εμετούς, κάποιοι ήδη αγόραζαν τα πρώτα τους πακέτα και τους κάναμε τράκα, είχαμε όλοι παίξει ξύλο, είχαμε κάνει την πρώτη κοπάνα παρέα με κάτι γύφτους συμμαθητές που μετά από λίγο αποφάσισαν να ασχοληθούν επαγγελματικά μ’ αυτό το σπορ και δεν τους ξανάδαμε, έμεναν τα σκοτεινά, απαγορευμένα και γι’ αυτό ακόμη περισσότερο δελεαστικά, κάστρα του μπαρ και της τσόντας. 

Για το μπαρ όπως φυσικά και για της γυναίκες είχαμε ανηφόρα μπροστά ακόμη, και το ξέραμε, για την τσόντα όμως…Τα πιο μαγκάκια απ’ τα πίτσκα της πρώτης γυμνασίου, μαζί τους και ένας από την παρέα μας, είχαν κάνει την κίνηση και είχαν περάσει απ’ το φεις κοντρόλ του ταμείου με τιμές ώριμων αξιότιμων ενήλικων…από αγάπη ή από απληστία να μην έβλεπε ο σχωρεμένος ο μπαρμπα Αντώνης ο σινεματζής?…Κάπως έτσι όπως ήταν και το αναμενόμενο, σε διάστημα λίγων Δευτέρων, μπήκαμε στη σειρά και ακολουθήσαμε όλοι οι υπόλοιποι…Αφετηρία και τέρμα πάντα τα ηλεκτρονικά (η μπαλάκια όπως τα έλεγαν οι πιο παλιοί). Μαζευτήκαμε λοιπόν οι μελλοτσόντοτοι, λίγοι μπαρουτοκαπνισμένοι και πολλοί νέοι, χαιρετήσαμε τον Ανέστη, μέγα Καίσαρα των ηλεκτρονικών (η μπαλακίων) που όπως πάντα πήγαινε πάνω κάτω με έναν δίσκο στο χέρι που ότι και να είχε πάνω από φραπέδες μέχρι μπύρες αυτός φώναζε «τόοοστ», κάτι σαν λέξη-ματσέτα που άνοιγε χώρο μέσα από την ζούγκλα, και κινήσαμε αγχωμένοι και ερυθρόδερμοι οι περισσότεροι…φτάσαμε γρήγορα αφού ήταν σχεδόν απέναντι, πληρώσαμε -δεν ξέρω για τους άλλους αλλά εγώ κοιτούσα συνέχεια το πάτωμα μη τυχόν και βρει το φως του σε μένα ο σίνεμα μαν που σας είπα πιο πάνω-, και αφού δεν συνέβη το θαύμα του αόμματου εκείνη την Δευτέρα, διεισδύσαμε βιαστικοί, βιαστικοί στα άδυτα της αίθουσας. 

Τότε δεν είχε φτιαχτεί ακόμη εκεί γύρω καπί, και έτσι υπέθεσα ότι το σινεμά ήταν κάτι ανάλογο για την γερουσία των πρώτων σειρών που απολάμβανε το έργο παρεμβαίνοντας φωναχτά με καίρια σχόλια στα επίμαχα σημεία. Ο υπόλοιπος κόσμος ήταν η γνωστή ενήλικη φυλή των σινεφιλ που ήξερα, δηλαδή του γκάμερα, του γκοτζίλα, των καράτε και των άλλων αριστουργημάτων που είχαμε πραγματικά την τύχη να μεγαλώσουμε μαζί τους. Τα πετρελαιοβάρελα που γεμισμένα με ροκανίδι ζέσταιναν τους χειμώνες την αίθουσα,  ήταν στην θέση τους μπουμπουνισμένα δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα υγρής θαλπωρής, ο ήχος των τα μπουκαλιών της φάντας που τελειωμένα ρόλαραν από την γαλαρία μέχρι τις πρώτες θέσεις, τρομάζοντας τα αρούρια που συνήθιζαν να περιφέρονται καμιά φορά ανάμεσα στα πόδια μας, ήταν εκεί κι αυτός, και το μόνο καινούργιο πέρα βέβαια απ’ αυτά που διαδραματιζόταν επί σκηνής, ήταν μερικές ξεβίδωτες καρέκλες από διάφορες μεριές της σκοτεινής αίθουσας που πήγαιναν μπρος πίσω κάνοντας θόρυβο και σπάζοντας το μπαράζ των αναστεναγμών που χυνόταν κυριολεκτικά απ’ τα ηχεία. Ο Τάσος, ο ξέμπαρκος ο ναυτικός, το τζάνκι με τα μανίκια τα τατουάζ, το χαμένο κορμί, ο τρελός με τα μάτια του Δράκουλα, που μπορούσε να πάρει κάποιον βόλτα με την μηχανή να πέσουνε στην επόμενη στροφή και στην άρνηση του άλλου να ξανανέβει για να συνεχίσουν, να τον κοιτάξει με γουρλωμένα μάτια και να τον ρωτήσει οργισμένος: «Φοβάσαι να πεθάνεις???», έκανε τον περισσότερο θόρυβο.
Για να μη μακρηγορώ (που αυτό ακριβώς κάνω) φαντάζεστε υποθέτω τι είδαν εκείνο το βράδυ τα μάτια μου, και κόντευαν να πεταχτούν έξω, και τελικά παρ’ όλη την πρότερη εξάσκηση τους με τα Ταρατατά και τα Σκάνδαλο που είχα βρει στην κρυψώνα του αδερφού δεν κατάφεραν να αποφύγουν την αποκόλληση αμφιβληστροειδούς… 

Και φτάνω στο σημείο που ξεκίνησα…όταν επιστρέψαμε στην βάση, στον Καίσαρα δηλαδή, αφού δεν μπορούσαμε να την βγάλουμε στην ψύχρα και να την παίξουμε ή έστω να πάμε στην τουαλέτα γιατί ποιος το άντεχε μετά το δούλεμα, όλοι συνεχίσαμε σαν να μη τρέχει δήθεν τίποτα και πιάσαμε τις συνηθισμένες ασχολίες. Άλλος τράβηξε (που πάει ο νου σας?)…για ποδοσφαιράκι ηλεκτρονικό, άλλος για αναλογικό, άλλος για γορίλα, ένας τέταρτος κάθονταν και μάθαινε ξερή απ’ τα παππουδερά, και οι υπόλοιποι, μαζί κι εγώ με υποτίθεται αδιάφορο ύφος και απαράμιλλο άνετο στυλ, πήγαμε για μπιλιάρδο…γαλλικό. Εκεί λοιπόν με τις στεκιές για υπόκρουση, από ένα διπλανό τραπέζι όπου μόλις είχαν καθίσει δύο αρκετά μεγαλύτεροι μας και ανέλυαν την ταινία, ακούστηκε το ένα και μοναδικό, το κρίσιμο στοιχείο του εγκλήματος, που έκανε σ’ αυτό το έργο την διαφορά. Δεν ήταν απλά η τσόντα…όχι φτωχέ και μικρέ μου φίλε που δεν μπορείς να μετρήσεις πόσα έχεις ακόμη να μάθεις στην ζωή σου, τόσα πολλά που είναι…ήταν το ότι αυτή η συγκεκριμένη που είχαμε δει, ήταν τσόντα με υπόθεση!
Εγώ βεβαία σαν πρωτάρης τότε δεν μπορούσα να έχω μέτρο σύγκρισης, αλλά το περισπούδαστο ύφος του αναλυτή με έπεισε να το βάλω καλά στο κεφάλι μου και με τον καιρό, αφού εντρύφησα περαιτέρω στο είδος, αφού ωρίμασα αρκετά και έπηξε αυτό το λίγο έστω μυαλό που κουβαλάω, μπόρεσα τελικά να συνειδητοποιήσω τα σημεία και τα στοιχεία που διαφοροποιούν την απλή τσόντα από αυτή «με υπόθεση».

Ούτε αυτά όμως θα τα αναλύσω τώρα, μιας που ούτε εκεί είναι το θέμα. Το θέμα (αν υπάρχει κάτι τέτοιο, το έχουμε ξαναπεί) είναι ότι απόψε τόσα χρόνια μετά, σκέφτομαι ότι αυτός ο  amateur μεν μα καθόλου πρόχειρος κριτικός κινηματογράφου, εκείνο το βράδυ εν άγνοια του ή μπορεί και όχι, φανέρωσε ένα τεράστιο μυστικό που μπορεί να έχει πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις…γιατί αν η καλή τσόντα χρειάζεται οπωσδήποτε υπόθεση, τι να πούμε για την ζωή ολόκληρη?  Πόσο μάλλον όταν συχνά μπορείς, αντέχεις και συνεχίζεις να την ζεις σαν συναισθηματική μαλακία όπου ο κόσμος γλιστράει στο πλάι, κι εσύ νιώθεις να βυθίζεσαι ολόκληρος και παντού…ακόμη και κακή τσόντα να είναι (η ζωή), μια τεράστια όρθια κίτρινη μύξα ή μια αχνιστή κουράδα που βρωμάει χωνεμένη μπύρα απ’ τη κόλαση, ας έχει τουλάχιστον μια κάποια υπόθεση, ένα υποτηπόδες σενάριο για αρχή -μετά αυτοσχεδιάζεις- δεν χρειάζεσαι και πολλά όπως έχει πει και ο σκηνοθέτης στην πάνω-πάνω φωτογραφία, που να είναι όμως συνυπογραμμένο (έστω, μην είμεθα πλεονέκτες) από μας…

Συμπέρασμα: Spit it out or kiss and swallow.
Thanks for your patience, have a goodnight.


Τετάρτη, 11 Ιουλίου 2012

heatwave! this ain’t the summer of love


Έφτασαν στην ώρα τους ξανά οι μέρες που όπως κάθε χρόνο, αρχίζω να νοσταλγώ τον χειμώνα…«χειμωνάκι μου που είσαι» και τα λοιπά…Το ίδιο απ’ την ανάποδη αρχίζω και κάνω μου φαίνεται κατά τα τέλη Γενάρη…γεροπαραξενιές τι να πεις…
Αυτή την στιγμή πάντως και τι δεν θα ‘δινα να χρειαζόταν να χωθώ στο παλτό μου για να βγω έξω…ας είναι όμως θα το υποστώ κι αυτό…και όχι μόνο θα το υποστώ αλλά –θυσιαζόμενος σ’ αυτό τον καυτό βωμό- προσφέρω απλόχερα –τσάμπα είναι- και δύο τραγούδια που αν έγραφα για κανένα κωλοπεριοδικό θα έλεγα ότι δεν πρέπει να λείπουν απ’ τις καλοκαιρινές συλλογές σας…
Εσείς αν θέλετε βάλτε τα original εγγύηση είναι, εγώ για να έχει και σασπένς τα βάζω σε δύο άπιαστες, για ανώτατο rock and roll σεμινάριο με θέμα τι εστί διασκευή, εκτελέσεις.
Το πρώτο έχει τίτλο μια λέξη που αυτή την στιγμή η μόνη περίπτωση να μη μου προκαλέσει αηδία είναι να σκεφτώ τον ομώνυμο δίσκο των Drive, ή να μου έρθει στο μυαλό αμέσως η μελωδία του Heatwave των Martha and the Vandellas όπως το εκτελούν Hydes ρίχνοντας κηροζίνη να αρπάξουν όλα γύρω, για την συλλογή του  The Thing στα 1999.
Το δεύτερο είναι ο ύμνος κάθε καλοκαιριού, ακόμη και εκείνου που έχει μείνει στην ιστορία ως αυτό της αγάπης, που δεν μπορεί να ακούει σε άλλο όνομα εκτός από το This Aint the Summer of Love των αρχόντων του heavy rock Blue Oyster Cult, σε μια ανελέητου γρατζουνίσματος εκτέλεση από τους Screaming Dizbusters ή αλλιώς τους Nomads.





Δευτέρα, 9 Ιουλίου 2012

Bitter Sweet Kicks



Από τον συνήθη τόπο με τον επίσης συνήθη τρόπο, δηλαδή κάνοντας –πολύ- θόρυβο αυτό είναι γεγονός, σκάνε μύτη τα τέρατα του rock and roll.
Αγριεμένα, πεινασμένα, διψασμένα, κλωτσάνε και κανέναν δεν ρωτάνε, και μείς που για Raw, Dirty, Bluesy Garage Rock N' Roll διψάμε, ήδη τους αγαπάμε.

Περιμένοντας το Linea De Fuego EP, παρακολουθούμε τα αίσχη τους επί σκηνής, με υπόκρουση το ολόφρεσκο μα ευτυχώς πανβρώμικο Bed Time Blues, ενώ αμέσως μετά ακούμε το Cutlery απ’ το περσινό παρθενικό και ομώνυμο EP τους.

Αν και το θέλω πολύ, δεν θα βρυχηθώ και πάλι και για να μη γίνομαι γραφικός, αλλά και για να μη σας τρομάξω ακόμη περισσότερο…

homepage 



Bed Time Blues - Bitter Sweet Kicks from Bitter Sweet Kicks on Vimeo.

Παρασκευή, 6 Ιουλίου 2012

Lime Spiders - Too Close To The Sun

Καμιά φορά δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω κι εγώ με τον φίλτατο Jonathan (τον Richman) που αγαπά τις ζεστές νύχτες…πέραν όλων των άλλων που περιγράφει στο τραγούδι του, είναι και η κατάλληλη εποχή για ένα δοκιμασμένο, απολαυστικό και αγαπημένο κοκτέιλ…
Ελάτε αραχνίτσες μου μπείτε μέσα στο πλατύγυρο ποτήρι που σας περιμένει το λαιμ…οπ! έτσι μπράβο…ρίχνουμε και μπόλικη άγρια κιθαροδίνη…να και μια ελιά θρούμπα…φλοπ…έτοιμο!

Το κομμάτι το άκουσα πάνω κάτω την εποχή που βγήκε (όπως έμαθα μετά), δηλαδή το 1988, και μέσα στην θολούρα μου, καθώς η ακρόαση έλαβε χώρα σε γνωστό νυχτερινό ίδρυμα οινοπνευματικής και καλλιτεχνικής επιμόρφωσης των νέων της εποχής, θεώρησα άσκοπο να πάω να ρωτήσω το τίτλο του τραγουδιού και του δίσκου, γιατί όσο κι αν ήμουν ανατιναγμένος, αυτή τη φωνή και αυτή την μπάντα τους αναγνώρισα αμέσως…Mike Blood και Lime Spiders είναι δεν υπάρχει περίπτωση… αγριοΦωνάρα ε? Είναι κι αυτή η βραχνάδα...Από τις αγαπημένες μου…Και είναι και σχετικά συμμαζευμένος εδώ…Εξαιτίας του τους έδιωξε η Virgin records, ανάθεμα την ώρα που τους υπέγραψε αυτούς τους αγροίκους έλεγαν τα’ αφεντικά. Αν δεν σταματήσει να φωνάζει αυτός ο μανιακός στο μικρόφωνο τον πούλο…
Κι αυτές οι κιθάρες, ιπτάμενες γύρω απ’ τον ήλιο... (Βλέπεις την λάμπα του μπαρ για ήλιο ρε? ακούγεται ο διπλανός)…Τι ρυθμός, τι ρεφρέν, τι κομματάρα ρε πούστη…Αλλά από ποιόν δίσκο? Δεν έχουν και πολλούς, θα το βρω! Αύριο κιόλας…

Αμ δε που θα είναι αύριο…έψαξα και την επόμενη, ξανάψαξα τη μεθεπόμενη, τζίφος…στο Slave Girl, το The Cave Comes Alive! και το Volatile δεν ήταν ευτυχώς διαπίστωσα με ανακούφιση, γιατί αν ήταν θα ήμουν πολύ μαλάκας να μη το έχω προσέξει αφού τα είχα…και μετά ποιος ξεπλένει την ντροπή! Ήδη κουβαλούσα μερικές τέτοιες…
Έμεναν τα 3-4 σινγλάκια που κυκλοφορούσαν εκείνη την εποχή στις δισκοθήκες (και) των φίλων για καλή μου τύχη, μπορεί κάποιο από τα bside να μη μου το έχουν γράψει στις κασέτες έλεγα, αλλά και πάλι τίποτα…τι στο διάολο μήπως ήταν κάποιοι άλλοι τελικά? Αυτοί οι Αυστραλοί για όλα είναι ικανοί…Λες να μη μπορέσω να το ξανακούσω ποτέ? Πάει?? Πέρασε και χάθηκε ανεπιστρεπτί??? Στην π.ι. (προ ιντερνετ) εποχή υπήρχε και αυτή η πιθανότητα. 

Πέρασαν μήνες πέρασαν χρόνια και η μελωδία σιγά σιγά έπαψε να μ’ επισκέπτεται, ούτε καν στον ύπνο μου δεν ερχόταν…ως που κάπου στο 2004 κατέβασα το Nine Miles High 1983-1990…την cdσυλλογή τους που είχε βγει ένα χρόνο πριν αν δεν κάνω λάθος το 2003…όπως την είχα βάλει να την ακούω απ’ την αρχή με την χαρά που έχεις όταν ακούς κάτι αγαπημένο αλλά και προσωπικά φορτισμένο, που έχει περάσει πάρα πολύς καιρός από την τελευταία φορά, και βλέποντας κάποιους άγνωστους τίτλους στο τρακλιστ θυμήθηκα! Λες? Ίσως να το είπα και φωναχτά, δεν ξέρω…στο εικοστό δεύτερο κομμάτι, αμέσως μετά το Main Attraction, 22 και κάηκες που λένε, ήχησαν οι καμπάνες!
Toο Close To The Sun λοιπόν! ε δεν θα μπορούσε αυτό το τραγούδι να μην έχει και ωραίο τίτλο…

Σας το χω’ ξαναγράψει ότι γερνάω γίνομαι ευσυγκίνητος και ξεμωραίνομαι, αλλά θα το πω: μετά το πρώτο σοκ, ήμουν βαθύτατα συγκινημένος εκείνο το βράδυ, τόσο που κατέβηκα τρέχοντας μέχρι το περίπτερο, πείρα μια σακούλα μπύρες και έστησα ένα αξέχαστο πάρτυ για έναν, με τον ντι τζει να συνεχίζει με παλιό καλό αυστραλέζικο rock and roll μέχρι τα βαθιά μεσάνυχτα…για ‘κει πάει το πράμα και απόψε…

Για την ιστορία να πούμε ότι ο δίσκος που μάταια έψαχνα τελικά αφού κανείς εκτός από κείνον τον ντι τζει τελικά δεν φαίνεται να τον είχε, ήταν ένα 12” EP που βγήκε σχεδόν μαζί με το Volatile στην Virgin, με τον ευφάνταστο τίτλο Lime Spiders EP.
Το Toο Close To The Sun ανοίγει την πρώτη πλευρά και ακολουθεί το Jagged Edge.
Στην Β υπάρχει το Odyssey από το Volatile και μια ωραία διασκευή του When I Was Young, που δεν νομίζω να έχει κανείς αντίρρηση να την ακούσουμε αμέσως μετά το Too Close… 


Τετάρτη, 4 Ιουλίου 2012

cigarettes & dust


Ο Μπαμπάς μου έχει μια συλλογή δίσκων μέσα σε κάτι χαρτοκιβώτια που τα ‘χει τοποθετημένα στη σειρά μες στο υπνοδωμάτιο του, και γεμίζουν Νεομεξικάνικη σκόνη. Το καύχημα της συλλογής του είναι  ένας δίσκος με πρώτες εκτελέσεις του Αλ Τζόνσον. Το εξώφυλλο του είναι τυλιγμένο με μια ταινία που ακόμη κι αυτή είναι σκισμένη. Την τελευταία φορά που τον είδα προσπάθησε να με καταφέρει να πάρω τον δίσκο πίσω στο Λος Άντζελες να τον ακριβοπουλήσω. Είναι σίγουρος πως αξίζει τουλάχιστον εκατό δολάρια. Μπορεί και πιο πολλά, εξαρτάται από την αγορά. Λέει πως τον τελευταίο καιρό έχει χάσει επαφή με την αγορά.
  Ο Μπαμπάς μου έχει μια φωτογραφία μιας Σπανιόλας σκεπασμένης με σαντιγύ, καρφιτσωμένη πάνω από το νεροχύτη στον τοίχο της κουζίνας. Με πήγε προς τα ‘κει και την κοιτάξαμε και οι δύο για λίγο. «Υποτίθεται πως είναι εντελώς ξεβράκωτη από κάτω, εγώ όμως βάζω στοίχημα πως κάτι θα φοράει», είπε. Με ξενάγησε σε όλους του τους τοίχους. Όλοι οι τοίχοι του είναι σκεπασμένοι με φωτογραφίες, αποκόμματα περιοδικών. Κάθε φωτογραφία είναι και μια άποψη, ένα παράθυρο απ’ όπου το βλέμμα ξανοίγεται σε τοπία δαιδαλώδη και δυσνόητα.
Τις πρόσεξα. Ένας καταρράχτης κι από κάτω, σε πρώτο πλάνο, αληθινές πέτρες κολλημένες. Πέτρες που διάλεξε για να ταιριάζουν με τη φωτογραφία. Ένας άσπρος σκύλος με ένα πράσινο ψάρι στο στόμα. Κάκτοι Σαγκουάρος κι από πίσω η δύση του ήλιου, από ένα τεύχος του Αριζόνα Χάιγουεης του 1954.
Ένας Ουραγκοτάγκος που παίζει το πουλάκι του. Βομβαρδιστικά Β-52 σε σχηματισμό. Ένα κολλάζ προσώπων πασαλειμμένο με λίπος μπέικον. 
   Ο Μπαμπάς μου έχει μια συλλογή από γόπες μέσα σ’ ένα τενεκάκι καφέ. Του αγόρασα ένα πάκο Ολντ Γκολντ αλλά ούτε που τ’ άγγιξε. Εξακολουθούσε να ζουλάει τις γόπες, να βγάζει τον καπνό τους και να στρίβει τσιγάρο πάνω από μια ανοιχτή χαρτοσακούλα για να μη πέφτει τίποτα στο πάτωμα και πηγαίνει χαμένο.
Το πάκο που του ‘δωσα το κοίταξε καγχάζοντας περιφρονητικά, άσπρο και κόκκινο και έτοιμα τσιγάρα. Ότι λεφτά του ‘δωσα για να ‘χει να παίρνει τρόφιμα τα ξόδεψε στο ουίσκι. Γέμισε το ψυγείο μπουκάλια. Κούρεψε και τα μαλλιά του κοντά όπως όταν ήταν πιλότος στο Β’ Παγκόσμιο πόλεμο. Κάθε φορά που πέρναγε το χέρι του πάνω στο κεφάλι χαϊδεύοντας τις κοντές τρίχες, έλαμπε το πρόσωπο του. Είπε πως τα κόβαν έτσι κοντά για να χωράει η κάσκα. Μου ‘δειξε πως φαίνονταν ακόμη πάνω στο σβέρκο του  τα σημάδια από τα θραύσματα μιας οβίδας.
  Ο Μπαμπάς μου ζει μονάχος μες την έρημο. Λέει πως δεν τα βρίσκει με τους ανθρώπους.

4/79
Σάντα Φε, Νέο Μεξικό.

text: Sam Shepard  - Motel Chronicles, στα ελληνικά: Χρονικά των Μοτέλ, μετάφραση Γιάννης Αβραμίδης, εκδόσεις Επιλογή, 1986.
music: Black CoyoteLife Like Time από το Cigarettes and Dust, Self Release CD 2010. (από την σκονισμένη δισκάρα δηλαδή που ακούγεται λες και βγήκε το 1984 στη Down There μαζί με το πρωτο των Naked Prey, και που μας είχε προτείνει ο μεγάλη η χάρη του movingwithheavyheart στον Airesia…μεγάλη κι η δική τους)


Δευτέρα, 2 Ιουλίου 2012

Slim Wild Boar and his Forsaken Shadow - Tales from the Wrong Side of Town

Beast Records
2012

Άγριος φυσούσε ο άνεμος, σαν να ερχόταν απ’ το κοιμητήρι της παγωμένης άνοιξης, από εκεί που είναι θαμμένες, ναι μαζί με τις μπότες τους λένε, όλες οι εγκαταλειμμένες σκιές, που σύρθηκαν κάποτε εδώ έξω.
Με την πνοή του έδειχνε τον φόβο, στους τοίχους, τα παράθυρα, στους ανθρώπους, ακόμη και στον ουρανό αυτής της σάπιας τρύπας, και δόξα τον…δεν ήξερε ποιόν, από τέτοιες γούβες σαν και αυτήν που έβλεπε τώρα κάτω να κοχλάζει καλώντας τον στο έρεβος, είχε μάθει καλά. Οι φρόνιμοι και οι γνωστικοί από πάντα την αποκαλούσαν η λάθος πλευρά της πόλης.
Για τους άλλους, τους καταφρονημένους, για τους τρελούς και τους ηλίθιους, τους κάθε λογής φυγάδες, κλέφτες και φονιάδες δεν είχε όνομα, ήταν απλά το σπίτι τους. Καμιά φορά μπορούσες να τους ακούσεις να λένε «πάω κάτω».
Μέσα εδώ ούτε η άνοιξη δεν είχε εξουσία. Εδώ υπήρχε μόνο η τελευταία συνουσία, εδώ την εξουσία την κατείχε ο θάνατος.  

Συνέχισε να περπατά, τώρα πια είχε πλησιάσει αρκετά, περνούσε κιόλας τα πρώτα χαμόσπιτα, παρέα με κάθε λογής σκουπίδια που τα έσερνε ξοπίσω του ο αέρας, σαν τα φαντάσματα που τον ακολουθούσαν πιστά όλα αυτά τα χρόνια, τόσα πολλά που είχε ξεχάσει πως ήταν οι μέρες και οι νύχτες και ότι άλλο, χωρίς την φρίκη της παρουσίας τους…αν είχαν υπάρξει ποτέ τέτοιες.
Οι δρόμοι ήταν άδειοι και οι πόρτες, όσες δεν άφηναν ξεχαρβαλωμένες το σκοτάδι να χάσκει έτοιμο να καταπιεί τα πάντα πίσω τους, ήταν όλες κλειστές και σκοτεινές σαν τάφοι.
Παρουσία η φωνή άλλου ανθρώπου δεν υπήρχε πουθενά…μόνο τα σπασμένα παραθυρόφυλλα που τρίζουν εκλιπαρώντας για βοήθεια, τα κομμένα καλώδια που μαστιγώνουν το τίποτα, και το κλάμα του σκύλου που γλύφει την καρδιά του.
Το φεγγάρι κίτρινο από τα σάλια των αθώων, των τυχερών και των ερωτευμένων ανέτειλε όπως πάντα από την σωστή πλευρά. «Άντε γαμήσου κι εσύ Υπέρτατο Ον».
Έφτασε στο σταυροδρόμι…θα πρέπει να ήταν αυτό που είχε χαράξει με ένα σκουριασμένο ξυράφι στο χέρι του εκείνος ο τυφλός αλήτης, που έβγαζε λένε πάντα μετά τα μεσάνυχτα τον πιο θρηνητικό ήχο που είχε ποτέ ακουστεί σ' αυτή ή σε μια άλλη γη, με τις δύο τελευταίες χορδές της πρώτης θαρρείς, κιθάρας του κόσμου. 

Δεν χρειάστηκε όμως να συμβουλευτεί το πλυμένο απ' το μεγάλο ποτάμι του χρόνου τατουάζ στον καρπό του…όπως όλα τα πράγματα που έχουν φτιαχτεί μόνο και μόνο για κάποιον, κι έπειτα το μόνο που κάνουν είναι να λουφάζουν εκεί κουλουριασμένα περιμένοντας τον αργά η γρήγορα να φτάσει, έτσι και η μουσική που ερχόταν από το ισόγειο του ετοιμόρροπου κτιρίου, του έδειξε τον δρόμο.
Όσο πλησίαζε ο ήχος της δυνάμωνε, και ένα αχνό φως φάνηκε μέσα στα λασπωμένα από τις μύγες και τη σκόνη, παράθυρά του. Μπορούσε να μυρίσει πια την μούχλα και την υγρασία, τον καπνό και το φτηνό άρωμα, το ουίσκι και τα βρώμικα χνώτα τους, άκουγε καθαρά τις πρόστυχες φωνές τους…ω πόσο καλά τις γνώριζε…σαν να άκουγε την δική του.

Κοντοστάθηκε μια στιγμή που κατάφερε και χώρεσε όλη την όχι και τίποτε σημαντικό τελικά αποφάσισε ζωή του, σκούπισε χαμογελώντας το δάκρυ, και αμέσως μετά έπιασε το χερούλι με το ένα χέρι, χαϊδεύοντας με το άλλο την λαβή του μαχαιριού στην μέση του.
«Καλώς ήρθες σπίτι αγάπη!» ακούστηκε μετά από την μικρή απότομη και απόλυτη σιωπή, μια γυναικεία φωνή από το βάθος…

bandcamp