Δευτέρα 9 Απριλίου 2012

Hank Williams


Η ευχή είναι η δίδυμη αδερφή της κατάρας, που είναι αχώριστες και πηγαίνουν πάντα μαζί…Την ευχή να φοβάσαι…

O άνθρωπος που η μόνη του συντροφιά μέσα στη νύχτα είναι το σφύριγμα του τραίνου από την άλλη μεριά, μπορεί και από έναν άλλον τόπο, ίσως και από άλλον χρόνο.
Οι τρεις σκιές του μαύρου, γεννημένες πάνω στον βωμό μια μέρα μακρινή, σφυρηλατημένες στο αμόνι της κακίας τύχης με μέταλλο, σβησμένες με ουίσκι, πεταμένες να περιπλανιούνται, να ψάχνουν τροφή στα σκουπίδια της κόλασης, να ζητιανεύουν στην διεφθαρμένη αυλή του παραδείσου.
Το κοράκι που μεσάνυχτα την κλειδωμένη μπρος την μεγάλη νύχτα που ακολουθεί πόρτα, χτυπά. Κανένας επισκέπτης θα είναι και όχι τίποτε άλλο. Από νύχτα σε νύχτα και από χτύπο σε χτύπο, από φάντασμα σε φάντασμα, έτσι είναι, έτσι πάει έτσι συνεχίζει να κυλάει. Ποτέ ξανά? Μπα…κάθε φορά.
Κι αυτός που μόνος και εγκατελειμένος από μοίρα και από άνθρωπο, προσφέρει σκοτάδι στο σκοτάδι, κάνει κύκλους σε νεκρούς δρόμους και χαμένους αυτοκινητόδρομους, στις ερημιές όπου βασιλεύει πάντα ο άνεμος, εκεί που κανείς δεν άκουσε ποτέ ότι βοηθάει (κάπως) μια τελευταία προσευχή.
Αυτός που χτίζει και ονειρεύεται την κλοτσιά στο τέλος που θα τα γκρεμίσει.
Αυτό που δεν γίνεται με το χρυσάφι αλλά γίνεται με το μολύβι.
O Πανούργος, κι εκείνος που δεν έχασε την ευκαιρία να μπαρκάρει μαζί του στο πλοίο που οδηγεί στο νησί της θεϊκής Μποτίλιας, εκεί που σβήνοντας το φλεγόμενο λαρύγγι του, θα μάθει όλα της τα μυστικά, που κανείς άλλος δεν ξέρει, σ’ αυτά τα ξεθωριασμένα μέρη, όπου αντηχεί ο αρχαίος χρησμός: ΠΙΕΣ!
Και η αδερφή Μορφίνη που περιμένει καρτερικά να ακούσει το καμπανάκι, βαθύ και μακρινό σαν εσπερινός, για να  στέρξει στοργικά καθώς το τελευταίο φως σβήνει, να μεταμορφώσει τους εφιάλτες σε όνειρα και πάλι σ’ εφιάλτες.
Και όλες οι πόλεις της ερήμου της κόκκινης η της μαύρης νύχτας, όλες όσες πέρασε κάποιο βραδύ παίζοντας και πίνοντας ο Luke the Drifter, αλλά και οι άλλες, αυτές που έξω από κάποιο παράθυρο ακούγεται καμιά φορά σαν μέσα απ’ τον τάφο, ακόμη η φωνή του…
O ίλιγγος που καταλαμβάνει το πνεύμα στο θέαμα της ίδιας του της πτώσης, σκορπώντας στο έδαφος συντρίμμια, στον άνεμο τραγούδια.
O Κύριος που άφησε την επιλογή στον άνεμο και σε μας.
Aς είμαι και ‘γω που πορεύομαι ασθμαίνοντας, συντρίμμι ανάμεσα σε συντρίμμια και τραγούδια, σκοτάδι χωρίς αμφιβολία, αβέβαια μάτια, χρησιμοποιημένες λέξεις.
Ας είναι κι αυτός και ο σπόρος του, με τη φωνή του ενός εκατομμυρίου και τα δέκα σεντ μυαλό.
Αυτός που κατάλαβε νωρίς και τραγούδησε, ότι όσο κι αν παλεύεις όσο κι αν προσπαθείς, να μη ξεχνάς: στο τέλος δεν μπορείς να νικήσεις, στο τέλος κανείς δεν βγαίνει απ’ αυτό τον κόσμο ζωντανός…
Έχε το στο νου για τα υπόλοιπα έξι μίλια που απομένουν, μέχρι το σημείο που θα βρεθείς νεκρός στο πίσω κάθισμα ενός αυτοκινήτου, με μερικά άδεια μπουκάλια μπύρα κι ένα χαρτί μισοτελειωμένους στίχους δίπλα σου.

Αν και δεν είμαι σίγουρος ότι αυτός ήταν ο τρόπος του Hank:
Ευλογημένος ας είναι.