Κυριακή, 29 Απριλίου 2012

sorcerer


Για τις μέρες που έρχονται…εμείς, αυτοί, όλοι, κάτι τέλος πάντων είναι έτοιμο να σκάσει σαν φορτηγό γεμάτο νιτρογλυκερίνη σε ανώμαλο δρόμο.
Πυρετός, αγωνία, απελπισία, πουτάνα κοινωνία, ω εταιρία…
Αν βάλουμε το φορτηγό που είπαμε, μια machina loca έτοιμη να ανατινάξει τα ίδια τα χαμένα κορμιά των οδηγών της, έτσι φορτωμένη που διασχίζει την ζούγκλα μιας χώρας κάπου στην Λατινική Αμερική (να τα βλέπουμε να συνηθίζουμε σιγά, σιγά) είναι σαν να λέμε Sorcerer
Ο…εξορκιστής William Friedkin σκηνοθετεί, o Roy Scheider πρωταγωνιστεί, οι Tangerine Dream ενορχηστρώνουν το μεροκάματο του τρόμου.
Με λίγα λόγια γαμώ τις ταινίες, όπως και το τρειλερ με την υπόκρουση του Betrayal
Βασισμένη στο Wages of Fear του Clouzot, που πολλοί λένε ότι είναι καλύτερο, αλλά νομίζω κάνουν λάθος.


Παρασκευή, 27 Απριλίου 2012

The Sundresses


Βαράνε άσχημα σαν όλα τα power trio του rock, έχουν μπασίστρια που δεν υπάρχει περίπτωση να μην έχει ίνδαλμα την Toody Cole, μπορεί στο πρωτόγονο blues punk της σπηλιάς που παίζουν να μην αστειεύονται, αλλά στους τίτλους των τραγουδιών του δίνουν και καταλαβαίνει, έχουν πόσους δίσκους πίσω τους από το 2002 που υπάρχουν, κι εγώ αναρωτιέμαι γιατί τους αγνοούσα μέχρι σήμερα…
Το κομμάτι παρακάτω γκρουβιά να σου φτιάχνει την χαλασμένη μέρα -και νύχτα- έτσι?
Άσε που μπορείς να τζαμάρεις και μαζί τους αναλαμβάνοντας τα…χει!


Τετάρτη, 25 Απριλίου 2012

The British North American Act vs No Man's Land


Είναι να απορείς που ένα τέτοιο κομμάτι έχει γνωρίσει μόνο μια διασκευή (η μήπως μου διαφεύγει κάτι?) όλα αυτά τα χρόνια από το 1969 που πρωτοκυκλοφόρησε στο άλμπουμ In the Begging των Καναδών British North American Act. Ήθελα να ήξερα τι σόι garage και ψυχεδέλεια ακούνε οι μπάντες που δηλώνουν τέτοιες επιρροές.
Οι No Mans Land –της πρώτης εποχής- πάντως το άκουσαν (μετά από πρόταση του Κοντογούρη λέει ο μύθος) και το διασκεύασαν, στην συλλογή Cicadas, έτσι που να μην ξέρεις πιο να διαλέξεις…το πρωτότυπο η την διασκευή?
Μουσική σαν το ανοιξιάτικο αγέρι, που ζωντανεύει ακόμη και στους γέρους την ελπίδα.


Δευτέρα, 23 Απριλίου 2012

The Nomads - The Bad Times Will Do Me Good


Επειδή μου έπεσε βαρύ να κάθομαι να θάβω το Solna, τον νέο δίσκο ενός από τα πιο αγαπημένα μου συγκροτήματα, τους Nomads, έντεκα ολόκληρα χρόνια μετά το Up Tight, και αφού μεσολάβησαν δύο συλλογές, δεν θα ποστάρω εδώ τις σκέψεις μου για το ξεθυμασμένο rock που άκουσα, και για μια τραγική στιγμή μου έφερε στον νου μέχρι και τους REO Speedwagon
Θα βάλω μόνο να ακούσουμε το The Bad Times Will Do Me Good, μια κοματάρα, που όσο το σκοτάδι προχωράει και ο ουρανός γίνεται κόκκινος θυμίζει τι μας είχε πει αυτή η μεγάλη μπάντα τις προηγούμενες τρεις δεκαετίες.
Rat Fink a Boo-Boo, Where the Wolf Bane Blooms, Lowdown ShakinChills, Knowledge Comes With Death Release, Holyhead, Long Goodbye, I Out of It, Dont Pool My Strings, Crystal Ballπάρε ναχεις και άλλα τόσα να γεμίζουν περήφανα τις πίσω μας σελίδες
Μια ιστορία μακριά που δεν γίνεται να κοντύνει πια ότι κι αν συμβεί, μια ιστορία που για να μας την πουν οι αφηγητές της έσκαψαν πρώτα βαθειά στα λαγούμια που οδηγούν από το blues στο rock and roll των 50’s, στα girl group και το garage punk των 60’s, στον Iggy και τους Stooges, το αμερικάνικο και το αυστραλέζικο punk των 70’s, τους Blue Oyster Cult, τους Motorhead…όλα αυτά δηλαδή που επαναλαμβανόμενα με περίσσιο πάθος και στυλ μας αρέσει να ακούμε στον αιώνα τον άπαντα.
Βάλτε τώρα να παίξει ολόκληρο το Showdown 1, μετά μια καλή επιλογή από το 2, και στο τέλος ξανά τον τελευταίο τους ύμνο, με το ρεφρεν να είναι το μοτο που θα μας χρειαστεί εδώ στον νότο…A little bit of bad times will do me good, a little bit of sad and a little bit of blue, a little bit of bad times WILL DO ME GOOD!
Ανοίγω μπύρα…κοματάρα ρε πούστη μου…συγκινήθηκα …γεράματα…
Έλα ρε Nomads γαμώτο μου!

Σάββατο, 21 Απριλίου 2012

o, sea swallow me!


Ας παίξουν κι άλλοι με παιχνίδια ναυτικά 
Κι άλλοι ας φορέσουνε φανέλα με ραβδώσεις

Από την Οδύσσεια μέχρι τον Καββαδία, απ’ τον Σεβάχ τον Θαλασσινό ως το Moby Dick, απ’ τους πειρατές της ουτοπίας του Captain Mission στο Πλοίο του Θανάτου του B.Traven, από τον Θαλασσόλυκο του Jack London σε όλους τους λύκους της θάλασσας απανταχού και πάντα.
Δώδεκα (+1) τραγούδια (επιφυλάσσομαι και για part 2 αργότερα, μιας και οι επιλογές ήταν -δόξα τον Ποσειδώνα- άφθονες) με νότες και λόγια της πλώρης από ανθρώπους εμπνευσμένους που αγάπησαν την θάλασσα, και λίγες λέξεις ακόμη από έναν ανέμπνευστο που την αγαπάει όμως κι αυτός. 
Τραγούδια για ναυτικούς και πλοία, απέραντους ουρανούς όπου πετούν καλότυχα πουλιά μαζί με σύννεφα και καταιγίδες, και φυσικά για την αιώνια θάλασσα.
Τραγούδια που τα φυσάει ο δυνατός άνεμος και τα μουλιάζει το βραδινό πούσι, που δεν θυμίζουν κάμαρες κλειστές, στεριά δεν μυρίζουν. Καμιά φορά μυρίζουν αλκοόλ και άρωμα πουτάνας απ’ το λιμάνι…ή καπνό και κάτουρα γάτας στην καμπίνα…μα πάντα ανοιχτό ορίζοντα, και αλμύρα.

Fleetwood Mac – Albatross (7” single, Blue Horizon 1969)
  
Οι θαλασσινοί ανήκουν σε εκείνη την κατηγορία των ανθρώπων που έγιναν δεισιδαίμονες όχι από άγνοια αλλά από γνώση.
Το καλότυχο πουλί των ναυτικών μπορεί πέρα απ’ την τύχη να φέρει και την μεγάλη μούσα σε ποιητές σαν τoν S.T. Coleridge και το The Rhyme of ancient mariner:

And a good south wind sprung up behind, The Albatross did follow, And every day, for food or play, Came to the mariner's hollo!

Αλλά και σε κιθαρίστες σαν τον Peter Green. Λες και οι χορδές είναι φτερούγες που χορεύουν στο αεράκι των τροπικών, πάνω από μια θάλασσα γυαλί μετά τον τυφώνα.

Phil Shoenfelt and the Southern Cross – Ballad of Elijah Cain (Dead Flowers for Alice CD, Hitch-Hyke 2000)

Now the road goes on forever/And the sky it never ends/East to west and north to south/And right back again/And as I lose my vision/Like some leper refugee/Out of space and out of time/And out of destiny

Καμιά φορά που το βάζω στ’ ακουστικά και βγαίνω βόλτα για περπάτημα να πατήσω με τα βήματα την απογοήτευση, μόλις φτάνει σ’ αυτό το σημείο λέω φωναχτά «πες τα ρε Phil γαμώτο μου!» προς μεγάλη τέρψη φαντάζομαι των περαστικών. Ένα Μπαροουζικό cut up στην ιστορία και τον μύθο όπως έχει πει και ο ίδιος, εκτός τόπου και χρόνου η μάλλον σωστότερα μέσα σε όλους τους τόπους και τους χρόνους, εκεί που δεν υπάρχει εμπόδιο κανένα, σε κείνον τον σιδερένιο δρόμο που δεν έχει στροφή πουθενά…το ταξίδι όμως ξεκινάει με ένα καράβι: I dreamed that I was a sailor
John Pilgrim was my name
…Σαλπάρουμε! Βίρα για τους ατέλειωτους ουρανούς.
  
Waterboys – This is the Sea (This is the Sea LP, Island 1985)

These things you keep/you better throw the away/turn your back/on your soulless days/once you were tethered/now you are free/once you were tethered/now you are free/that was the river/this is the sea

Το τραγούδι του παιδιού που μόλις έμαθε τον πνιγμό του πατέρα του και τώρα μπαρκάρει κι αυτός για πρώτη φορά με την μάνα του να τον σταυρώνει απ’ το λιμάνι. Το τραγούδι του γέρου που όλο γκρινιάζει για την μοίρα του να σκυλοπνίγεται στα κύματα…αν είχε αρκετά λεφτά να αράξει στην στεριά…κι όμως έχει…αλλά αυτός μπαρκάρει ξανά…το τραγούδι του ψαρά Mike Scott.

Darklings – Desert Ship (Out of Round CD, 2004)

Έρημο πλοίο, πλοίο φάντασμα σε άναρχη ρότα. Αυτό το Χατζηδακικού λυρισμού κομμάτι θα μπορούσε να είναι το κύκνειο άσμα του Mary Celeste που βρέθηκε να πλέει άθικτο αλλά χωρίς άνθρωπο πάνω του στον Ατλαντικό το 1872, η και του γιαπωνέζικου αλιευτικού που ένα χρόνο μετά την Φουκουσίμα έφτασε ακυβέρνητο στις ακτές του Καναδά όπου και το βύθισαν.

Sol Invictus - A Ship is Burning (Against the Modern World LP, L.A.Y.L.A.H Antirecords 1988)

Μετά το πρώτο τετράστιχο οι στίχοι πάνε αλλού, στα αγαπημένα «ηρωικά» θέματα του Wakeford. Το καράβι όμως που «βλέπουμε» απ’ την ακτή να καίγεται μες στο σκοτάδι του ουρανού και της θάλασσας και η μελωδία μαζί με την φωνή φτιάχνουν μια απ’ τις πιο μυστικιστικές θαλασσινές σκηνές.

Die Haut – Another Ship in the Night (Headless Body in Topless Bar LP, What’s so Funny About 1988)

Θα μπορούσε άνετα αυτό το οργανικό κομμάτι να γίνει τραγούδι με αυτούς τους στίχους των ασμάτων του Λωτρεαμών:

Όποιος δεν έχει δει καράβι να βουλιάζει σε τυφώνα, μεσ’ από τις αστραπές που σπαθίζαν κάθε τόσο το πιο άγριο σκοτάδι, αφού στο μεταξύ κείνοι που κουβαλάει έχουν καταληφθεί από την γνωστή σε μας απελπισία, αυτός δεν έχει μάθει ακόμη ποιες είναι στη ζωή οι συμφορές

Gregory Alan Isakov – That Sea the Gambler (That Sea the Gambler CD, Self Release 2007)

Από τον ομώνυμο δίσκο με το ωραίο εξώφυλλο, που  πέτυχα εκείνη την χρονιά τυχαία και που θα μπορούσε να καλύψει μόνος του ολόκληρο αυτό το θέμα.
Φολκ ροκ που τιμάει αυτόν τον χαρακτηρισμό, σεμνό, όμορφο, ταξιδιάρικο.

cursed your captain and stowe me below/hold me amongst all your cards/oh we were sea bound, and aimless at best/clutching to the wheel and those charts..but that sea was just a gambler at heart.
 
Crime and the City SolutionThe Bride Ship (The Bride Ship, Mute 1989)
  
Βοή της σφυρίχτρας, ομίχλη, ζέστη, κούραση, ανακατώνομαι…
Γδύσου. Θα σου δώσω για φόρεμα το πούσι…Θα πιω άλλο ένα, για χάρη της θάλασσας…Για χάρη της γοργόνας που ‘χω στο μπράτσο μου. Που σαλπάρει στη θάλασσα κάθε νύχτα και με κερατώνει με τον Ποσειδώνα. Γυρίζει το πρωί που κοιμάμαι, γιομάτη φύκια και τσουκνίδες της θάλασσας…

Fred Neil – The Dolphins (Fred Neil LP, Capitol 1966)

Παραμυθένιο σαν παλιά ναυτική γκραβούρα, και μαγευτικό σαν θαλασσινή ιστορία που την διηγείται ένας ψαρομάλλης θαλασσόλυκος με το τσιμπούκι του να καπνίζει. 

The Drones – Shark Fin Blues (Wait by the River and the Bodies of Your Enemies Will Flow By CD, Infidelity 2005)

Κάθε βαπόρι έχει και τον καρχαρία του που το συνοδεύει περιμένοντας. Η μοίρα του ναύτη. Οι παλιοί καπετάνιοι τους αναγνώριζαν έναν προς έναν από μακριά, όπως οι στεριανοί το τράμ που θα τους πάει σπίτι.

Just keep one eye on the horizon man, you best not blink
They're coming fin by fin until the whole boat sinks
Fin by fin Fin by fin Fin by fin by fin by fin

Murder City Devils – No Grave but the Sea (In Name and Blood LP, Sub Pop 2000)

Από τις πλέον χαρακτηριστικές σκηνές σε ανάλογες ταινίες και βιβλία η ταφή του ναυτικού στη θάλασσα, με το πλήρωμα να κρατά συνοφρυωμένο τα καπέλα του στα χέρια, και τον καπετάνιο στην καλύτερη περίπτωση να διαβάζει ένα εδάφιο της Βίβλου. Στην χειρότερη να μουγκρίζει κάτι ακατάληπτο πριν σπρώξει τον σάκο (με τα βαρίδια, έτσι ώστε να μετρήσει όλο το βάθος) του νεκρού στη θάλασσα.
Ένα τραγούδι για όλους όσους ο τάφος τους δεν είναι παρά η θάλασσα, αλλά και για τον Jim Hawkins από το Treasure Island του μεγάλου παραμυθά Robert Louis Stevenson, και την Ιρλανδή πειρατίνα Anne Bonny.

Husky – Flagship (The Sea King CD, Self Release 2008)

Χαμένος μέσα στον απέραντο ωκεανό,  ο Βασιλιάς της Θάλασσας, το πλοίο των Husky, πλέει με μοναδικό του προορισμό τον ορίζοντα…δεν ξέρω γιατί μάλλον θα είναι αυτή η ωκεάνια ασύλητη απεραντοσύνη που βγάζει η μπάντα σ’ αυτόν τον δίσκο και μου ‘ρχονται στο νου όποτε τον ακούω οι στίχοι του Καββαδία:  

Ξεχασμένο το άστρο του Βορρά
Οι άγκυρες στο πέλαγο χαμένες
Πάνω στις σκαλιέρες σε σειρά
Δώδεκα σειρήνες κρεμασμένες.

Hidden track:
Dirty Three – Sea Above Sky Below (Ocean Songs CD, Anchor & Hope 1998)

Τα τραγούδια του ωκεανού…σαν την πρώτη φορά που ανθρώπινο μάτι αντίκρισε την υγρή έκσταση αυτής της πλανεύτρας αβύσσου.



Για όσους τυχόν αναρωτηθούν για την απουσία κάποιων τραγουδιών, να σημειώσω ότι ο Σταυρός του Νότου είναι εκτός συναγωνισμού, όπως και Oι 7 νάνοι στο s/s Cyrenia (μάλλον το ωραιότερο θαλασσινό τραγούδι που ηχογραφήθηκε ποτέ), ο Γιώργος Μαργαρίτης με το Εμείς οι Ναυτικοί που τα ‘χει πει όλα αμετάκλητα, όπως και όλα αυτά τα ωραία θαλασσινά τραγούδια που κάνουν μια τεράστια λίστα με  τραγούδια ενός λαού ναυτικού όπως είναι οι Έλληνες. Εγώ πάντως θα της έβαζα τίτλο «Μάνα! Θα πάω στα καράβια»

Αφιερωμένο σε όλους όσους έχουν στείλει κάποια στιγμή ένα SOS, και στην μνήμη του Γίωργου του γκαζάδικου, που μπάρκαρε με ένα πλοίο για την Νέα Ορλεάνη θέλοντας να ζήσει ελεύθερος για να πεθάνει τελικά μόνος σε μια σπηλιά στο Άγιο Όρος.

Navigare necesse est, vivere non necesse.
Είναι απαραίτητο να πλεύσεις, δεν είναι απαραίτητο να επιβιώσεις…η κάπως έτσι…

Πέμπτη, 19 Απριλίου 2012

Kevin Coyne - Eastbourne Ladies


Το Marjory Razorblade είχε έρθει στο σπίτι μαζί με καμιά 30αρία άλλους δίσκους δανικούς, την μέρα που αποκτήσαμε πικ-απ (το οποίο δουλεύει ακόμη, τριάντα χρόνια μετά σ’ αυτό ακούω τους δίσκους μου). Είχαμε σκίσει κάτι πλαστικά γουρουνάκια κουμπαράδες που μαζεύαμε λεφτά από γιορτές και τέτοια που μας έδιναν γονείς, συγγενείς και λοιπές στοργικές δυνάμεις, χάλασε και ο αδερφός τα περιστέρια, τα πούλησε, και όλα αυτά έγιναν στερεοφωνικό. Εκτός από την χαρά την δική μου μπορώ να φανταστώ και πόσο χαρήκαν τα περιστέρια που την έκαναν για τόπους πιο φιλόξενους, αφού λίγο καιρό πριν, που είχε πάει ο αδερφός πενταήμερη με είχε αφήσει να τα ταΐζω…ότι έφαγαν έφαγαν την πρώτη μέρα, μετά τα…ξέχασα και έπεσε πολύ πείνα. Όταν επέστρεψε απ’ την εκδρομή κρεμόταν στα σύρματα λιμασμένα…
Που ήμουνα? Α στους δίσκους…λοιπόν εκεί μέσα στη τριαντάρα είχε κλασικό σταφ…Doors, Black Sabbath, Blind Faith, Family, Traffic, Van Morrison…είχε πάντως και το Rocket to Russia και το Nevermind the Bollocks…τα περισσότερα από αυτά φυσικά υπήρχαν στο σπίτι σε κασέτες πάλι από την ίδια…γάργαρη πηγή (να είναι καλά όπου και να ‘ναι)…μέσα όμως στα άγνωστα ως τότε σε μένα ονόματα υπήρχε και αυτός ο μυστήριος Εγγλέζος με την χαρακτηριστική φωνή, ο Kevin Coyne. Αργότερα ψάχνοντας, διαβάζοντας και προπαντός ακούγοντας, θα καταλάβαινα ότι η περίπτωσή του θα έπρεπε να ταξινομηθεί στο ράφι με την ένδειξη orphan drugs και πάλι είναι ζήτημα αν θα είχε βρει μια ταιριαστή στέγη…όχι ότι θα τον ένοιαζαν και όλα αυτά…
Τέλος πάντων, τότε το μόνο που είχε σημασία για μένα ήταν το blues των ώριμων κυριών του Eastbourne, που έβγαινε ρυθμικό, αυθάδικο, και ξεσηκωτικό απ’ τα ηχεία.
Και τώρα πέρα απ’ τον σεβασμό για τον μουσικό (τραγουδιστή και κιθαρίστα και συνθέτη και ζωγράφο και κινηματογραφιστή και συγγραφέα και...) Kevin Coyne, πέρα από την νοσταλγία για το είδος του που έχει ξεκληριστεί πια και γέμισε ο κόσμος τιποτάδες (μουσικούς και γενικά), το μπλουζ είναι που μετράει στο τέλος και (για) πάντα.

Δευτέρα, 16 Απριλίου 2012

Slug Guts - Strangling You Too 7”

Hozac Records
2012

Υπάρχουν μέρη στη γη που ο χρόνος σταματά, γυρνά πίσω, πάει μπροστά, σπάει πλάκα και κάνει ότι γουστάρει γενικά.
Υπάρχουν ακόμη και κάτι παμπάλαιες μηχανές μέσα στο γράσο τις βίδες και τ' ελατήρια,  που δεν σου γεμίζουν καθόλου το μάτι έτσι πρωτόγονες που φαντάζουν πια,  μοιάζοντας περισσότερο με άτακτα συναρμολογημένο συνεργείο βουλκανιζατέρ παρά με μηχανές του χρόνου, που μουγκρίζουν σαν θηρία τρέμοντας ολόκληρες όταν πάρουν μπρος, έτοιμες να διαλυθούν, μα που μπορούν όμως πίστεψε με, να κάνουν αυτή τη δουλειά σε όποιον τόπο κι αν βρεθούν παρατημένες.
Υπάρχει και κάτι ακόμη, αυτού κι αν δεν του φαίνεται καθόλου έτσι μικρό και εύθραυστο που είναι, που κατορθώνει εύκολα, απλά, πάντα και παντού σε 3-4 λεπτά να σε πάει σε μια άλλη περιοχή του χρόνου, εκεί που μπορείς να δεις τον ίδιο άνθρωπο, ίσως τον εαυτό σου, τώρα, είκοσι χρόνια πριν ή άλλα τόσα μετά, να ακούει το ίδιο θυμωμένο, συγκινητικό μες στην αφοσίωση του, ανέσπερο αυστραλέζικο rock and roll.
Μόνο οι ετικέτες πάνω σ’ αυτές τις λιλιπούτειες χρονομηχανές- τα σινγκλάκια αλλάζουν, αλλά δεν έχει καμία σημασία αυτό.
Τι να γράφει πάνω New Christs και Born Out of Time, τι να γράφει Slug Guts και Strangling You To, τι να γράφει αυτό που θα γράφει σε 20 χρόνια και το οποίο αν και το είδα δεν μπορώ να σας αποκαλύψω. Είναι όμως τέτοια κοματάρα όπως τα δύο προηγούμενα. 

Παρασκευή, 13 Απριλίου 2012

γυμνή προσευχή


Τρεις ψυχές, τρεις προσευχές:

Α’ Δοξάρι είμαι στα χέρια σου Κύριε·
Τέντωσε με, αλλιώς θα σαπίσω

Β’ Μη με παρατεντώσεις, Κύριε· Θα σπάσω.

Γ’ Παρατέντωσε με , Κύριε, κι ας σπάσω!

text: Νίκος Καζαντζάκης, Αναφορά στον Γκρέκο (πρώτη έκδοση 1961), εκδόσεις Καζαντζάκη.
music: Γιώργος Ξυλούρης – Ψαρογιώργης: Μέσα μου ο αέρας που φυσά (απ’ την Κρήτη) από το Γιάννης Αγγελάκας και οι Επισκέπτες: Από δώ και πάνω CD, All Together Now 2005.
image: Την φωτογραφία την βρήκα κάπου στο internet με τη λεζάντα "ριζίτης λυράρης" αλλά χωρίς άλλες πληροφορίες για το ποιος πότε και που ακριβώς την τράβηξε. Αν κάποιος γνωρίζει κάτι παραπάνω για αυτή την βιβλική μορφή, αυτόν τον βασιλιά του stoner και του doom ας το πει!

Τετάρτη, 11 Απριλίου 2012

(at the end of) junkie love


Όσο για το πώς θα τα καταφέρω με την επανένταξή μου στην «κανονική» κοινωνία- λοιπόν, ποιος μπορεί να ξέρει? Καμιά φορά βλέπω όλους αυτούς τους μανιακούς να πηγαίνουν στη δουλειά κάθε μέρα, με τα σφιγμένα μίζερα πρόσωπά τους, και στ’ αλήθεια αναρωτιέμαι ποιος είναι ο τρελός της υπόθεσης, εγώ ή αυτοί. 

Εννοώ, φαίνονται απλά να υπνοβατούν ζεμένοι γύρω από τον τροχό προς τον θάνατό τους, ή μήπως ξέρουν κάτι παραπάνω που εγώ αγνοώ? Ασφαλώς αν γνωρίζουν, τότε ο αστείος είμαι εγώ- μα πραγματικά δε νομίζω ότι γνωρίζουν. Νομίζω ότι ο καθένας τους ρουφιέται μέσα στην μηχανή με τον έναν η τον άλλο τρόπο, και πριν καλά καλά το καταλάβουν βρίσκονται παγιδευμένοι και κλειδωμένοι σ’ ένα σύστημα που ο καθένας τους ισχυρίζεται ότι μισεί, μα που στην πραγματικότητα όλοι είναι εθισμένοι: θέλεις όμορφα, μοδάτα ρούχα, ώστε να δείχνεις ωραίος και γοητευτικός στους άλλους, θέλεις πρόσβαση στα νέα και την πληροφορία, γιατί η γνώση είναι δύναμη και την χρειάζεσαι για να πετύχεις, θέλεις να αγοράσεις ένα σπίτι σε μια καλή γειτονιά όπου θα μπορείς να νιώθεις ασφαλής και χαλαρός από τον έξω κόσμο, θέλεις ένα γρήγορο μοντέρνο αμάξι με όλη την τελευταία τεχνολογία έτσι ώστε να ταξιδεύεις από το Α στο Β με άνεση στον συντομότερο δυνατό χρόνο, θέλεις φαξ, τηλέφωνα, κινητά τηλέφωνα, υπολογιστές,- πράγματα που υποτίθεται κάνουν την ζωή πιο εύκολη και λιγότερο πολύπλοκη, αλλά που φυσικά έχουν ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα. 

Κι αν δεν τα θέλεις όλα αυτά, τότε βεβαίως θα θεωρηθείς απ’ την πλειοψηφία σαν κάποιο είδος κρετίνου ή κοινωνικά απροσάρμοστου. Κι αν η ζωή του να είσαι ο παρίας της φυλής δεν σου φαίνεται ελκυστική, τότε θα πρέπει να βρεις μια δουλειά που θα σου αποφέρει αρκετά λεφτά έτσι ώστε να αγοράσεις αυτά τα πράγματα, κι αυτή η δουλειά θα είναι λίγο ή πολύ εξευτελιστική, εξαρτάται από το επίπεδο των σπουδών σου και -ή αποκλειστικά- από τις διασυνδέσεις της οικογένειας. Εναλλακτικά, μπορείς να ξεκινήσεις τη δική σου μικρή επιχείρηση υποθηκεύοντας τον εαυτό σου στις τράπεζες, και να γίνεις ένα ακόμη απαραίτητο μεν αλλά μικρό και υποδεέστερο γρανάζι στη μηχανή, και έτσι με την σειρά σου, είτε ένας πάροχος θέσεων εργασίας, είτε ένας εκμεταλλευτής του κόπου των άλλων, ανάλογα από ποια σκοπιά βλέπεις τα πράγματα. Σε κάθε περίπτωση, θα είσαι κάποιο είδος λειτουργού, εκπληρώνοντας ένα ρόλο σε μια κοινωνία, που επίσης δεν καταλαβαίνεις, ούτε αισθάνεσαι ιδιαιτέρα κομμάτι της. 

Και τότε έρχονται τα παιδιά, και φυσικά θέλουν πράγματα και αυτά: Έχουν κι αυτά το δικό τους σύστημα από σύμβολα κύρους προγραμματισμένο μέσα τους ακόμη και στην πιο μικρή ηλικία- ακριβούς εκπαιδευτές, ηλεκτρονικά παιχνίδια, CD players, και λοιπά και λοιπά- και οι image makers και οι διαφημιστές, είναι τόσο επιτυχημένοι εδώ, έτσι ώστε αν δεν αγοράσεις στο παιδί σου όλα αυτά τα πράγματα που έχει το παιδί απέναντι, τότε υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να του δημιουργήσεις ανεπανόρθωτο ψυχολογικό τραύμα, ένα κόμπλεξ κατωτερότητας για μια ζωή. Έτσι η μηχανή σφίγγει την λαβή της, παρασέρνεσαι  μέσα της όλο και βαθύτερα, και ο μόνο τρόπος για να σταθείς, είναι να το πάρεις στην πλάκα όλο αυτό, να υποκριθείς ότι «μεγάλωσες πια» και να δεχτείς ότι «έτσι είναι η ζωή».
Δεν είναι απλά ηλιθιότητα- είναι το ότι όλοι βρίσκονται στην ίδια βάρκα, και άρα υπάρχει κάποιου είδους σιωπηρή συμφωνία, για να μην νιώθει όλος αυτός ο κόσμος τόσο άσχημα για τον εαυτό του και για το που πηγαίνουν τα πράγματα γενικά.

Μισώ τους γαμιόληδες που υποτίθεται ελέγχουν αυτή τη μηχανή, και καρπώνονται τα οφέλη της, κοιτάζοντας κάτω από ψηλά με βαθιά ικανοποίηση, και αισθάνομαι μεγάλη χαρά κάθε φορά που τα σκατώνουν, εκθέτοντας όλο και περισσότερο τον εαυτό τους.
Στην προσπάθειά μου, όμως, να μην είμαι ούτε πρόβατο ούτε λύκος, τελικά κατέληξα να γίνω κατσαρίδα – έτσι τώρα πια, που μπορώ να πάω από εδώ?  
Θα πρέπει να υπάρχει και κάποιος άλλος δρόμος πέρα από την υποχωρητικότητα και την σκληρή εκμετάλλευση – (εκτός από την απόρριψη και την εξέγερση που με οδήγησε ως εδώ που είμαι τώρα) κάποιο κόλπο να ξεπερνάς τα εμπόδια, να συναντάς και να επικοινωνείς με ανθρώπους που έχουν παρόμοιες ιδέες, αλλά έχουν βρει ένα τρόπο  να υπάρχουν δημιουργικά στο περιθώριο χωρίς να υποκύψουν στην αρνητικότητα και την απόγνωση. 
Φαντάζομαι είναι ένας σκληρός και μοναχικός δρόμος, και θα πρέπει να βασιστείς στην ευστροφία και το ένστικτό σου αν αποφασίσεις να τον διαβείς – χωρίς σύνταξη και υγειονομική ασφάλιση, χωρίς μισθολογικές κλίμακες και ετήσιες αυξήσεις- αλλά υποθέτω ότι το να είσαι πρεζόνι για δέκα χρόνια είναι μια καλή εξάσκηση για αυτό. 

Ξανασκέφτομαι τους εθισμένους στην δύναμη και τους τρελαμένους με τον έλεγχο, τα άπληστα μεγάλα κεφάλια και τους πρωκτοερωτικούς τύπους των μάνατζερ σε όλη την πορεία της γαμημένης γραμμής, κι ακόμη κι αν σημαίνει ότι θα καταλήξω να παίζω μπουνιές με το είδωλό μου σε μια ατέλειωτη  αίθουσα από καθρέφτες, νομίζω ότι θα είναι πολύ πιο ενδιαφέρον και ανταποδοτικό απ’ αυτό που κάνω αυτή την στιγμή. 

Αλλά για την ώρα, εστιάζω στο να γίνω καλύτερα. Μόλις τα ναρκωτικά φύγουν από τον οργανισμό μου, θα μάθω στον εαυτό μου πώς να σκέφτεται και να νιώθει ξανά, και τότε θα πάρω ένα σκληρό και αποφασιστικό βλέμα, και θα δω πως μοιάζει ο κόσμος στην απέναντι πλευρά του δρόμου.

text: Το τέλος από το βιβλίο του Phil Shoenfelt: Junkie Love, Twisted Spoon Press 2001. Μετάφραση...: saunterer & co.
music: Phil Shoenfelt & Southern Cross – Lonely Street, Blue Highway CD, Indies records 
1997.


Δευτέρα, 9 Απριλίου 2012

Orphan Drugs#17 Hank Williams


Η ευχή είναι η δίδυμη αδερφή της κατάρας, που είναι αχώριστες και πηγαίνουν πάντα μαζί…Την ευχή να φοβάσαι…

O άνθρωπος που η μόνη του συντροφιά μέσα στη νύχτα είναι το σφύριγμα του τραίνου από την άλλη μεριά, μπορεί και από έναν άλλον τόπο, ίσως και από άλλον χρόνο.
Οι τρεις σκιές του μαύρου, γεννημένες πάνω στον βωμό μια μέρα μακρινή, σφυρηλατημένες στο αμόνι της κακίας τύχης με μέταλλο, σβησμένες με ουίσκι, πεταμένες να περιπλανιούνται, να ψάχνουν τροφή στα σκουπίδια της κόλασης, να ζητιανεύουν στην διεφθαρμένη αυλή του παραδείσου.
Το κοράκι που μεσάνυχτα την κλειδωμένη μπρος την μεγάλη νύχτα που ακολουθεί πόρτα, χτυπά. Κανένας επισκέπτης θα είναι και όχι τίποτε άλλο. Από νύχτα σε νύχτα και από χτύπο σε χτύπο, από φάντασμα σε φάντασμα, έτσι είναι, έτσι πάει έτσι συνεχίζει να κυλάει. Ποτέ ξανά? Μπα…κάθε φορά.
Κι αυτός που μόνος και εγκατελειμένος από μοίρα και από άνθρωπο, προσφέρει σκοτάδι στο σκοτάδι, κάνει κύκλους σε νεκρούς δρόμους και χαμένους αυτοκινητόδρομους, στις ερημιές όπου βασιλεύει πάντα ο άνεμος, εκεί που κανείς δεν άκουσε ποτέ ότι βοηθάει (κάπως) μια τελευταία προσευχή.
Αυτός που χτίζει και ονειρεύεται την κλοτσιά στο τέλος που θα τα γκρεμίσει.
Αυτό που δεν γίνεται με το χρυσάφι αλλά γίνεται με το μολύβι.
O Πανούργος, κι εκείνος που δεν έχασε την ευκαιρία να μπαρκάρει μαζί του στο πλοίο που οδηγεί στο νησί της θεϊκής Μποτίλιας, εκεί που σβήνοντας το φλεγόμενο λαρύγγι του, θα μάθει όλα της τα μυστικά, που κανείς άλλος δεν ξέρει, σ’ αυτά τα ξεθωριασμένα μέρη, όπου αντηχεί ο αρχαίος χρησμός: ΠΙΕΣ!
Και η αδερφή Μορφίνη που περιμένει καρτερικά να ακούσει το καμπανάκι, βαθύ και μακρινό σαν εσπερινός, για να  στέρξει στοργικά καθώς το τελευταίο φως σβήνει, να μεταμορφώσει τους εφιάλτες σε όνειρα και πάλι σ’ εφιάλτες.
Και όλες οι πόλεις της ερήμου της κόκκινης η της μαύρης νύχτας, όλες όσες πέρασε κάποιο βραδύ παίζοντας και πίνοντας ο Luke the Drifter, αλλά και οι άλλες, αυτές που έξω από κάποιο παράθυρο ακούγεται καμιά φορά σαν μέσα απ’ τον τάφο, ακόμη η φωνή του…
O ίλιγγος που καταλαμβάνει το πνεύμα στο θέαμα της ίδιας του της πτώσης, σκορπώντας στο έδαφος συντρίμμια, στον άνεμο τραγούδια.
O Κύριος που άφησε την επιλογή στον άνεμο και σε μας.
Aς είμαι και ‘γω που πορεύομαι ασθμαίνοντας, συντρίμμι ανάμεσα σε συντρίμμια και τραγούδια, σκοτάδι χωρίς αμφιβολία, αβέβαια μάτια, χρησιμοποιημένες λέξεις.
Ας είναι κι αυτός και ο σπόρος του, με τη φωνή του ενός εκατομμυρίου και τα δέκα σεντ μυαλό.
Αυτός που κατάλαβε νωρίς και τραγούδησε, ότι όσο κι αν παλεύεις όσο κι αν προσπαθείς, να μη ξεχνάς: στο τέλος δεν μπορείς να νικήσεις, στο τέλος κανείς δεν βγαίνει απ’ αυτό τον κόσμο ζωντανός…
Έχε το στο νου για τα υπόλοιπα έξι μίλια που απομένουν, μέχρι το σημείο που θα βρεθείς νεκρός στο πίσω κάθισμα ενός αυτοκινήτου, με μερικά άδεια μπουκάλια μπύρα κι ένα χαρτί μισοτελειωμένους στίχους δίπλα σου.

Αν και δεν είμαι σίγουρος ότι αυτός ήταν ο τρόπος του Hank:
Ευλογημένος ας είναι. 

Σάββατο, 7 Απριλίου 2012

Πάσχα σε μια πόλη



Μοιάζω με καλόγερο απόψε, είμαι ανήσυχος.
Στο διπλανό δωμάτιο, πίσω απ’ την πόρτα αμίλητος
Προσμένει μες την θλίψη του κάποιος να τον καλέσω:
Συ Κύριε, ο Θεός, εγώ, - η Αιωνιότητα.

Και κατεβαίνω σχεδόν τρέχοντας στην κάτω πόλη
Με κυρτωμένη πλάτη, καρδιά ρυτιδωμένη, μυαλό που καίει στον πυρετό.

Κάνε να πέσει από το πρόσωπό μου, στα χέρια στηριγμένο,
Της αγωνίας η μάσκα που με πνίγει.
Και κάνε τα δυό χέρια μου, στο στόμα στηριγμένα
Τους άγριους της απόγνωσης αφρούς να μη γευτούν

Είμαι θλιμμένος κι άρωστος. Ίσως να φταις Εσύ,
Ίσως να φταίει άλλος κανείς. Ίσως να φταις Εσύ.

Κύριε, Εσύ θυσιάστηκες για τους φτωχούς του κόσμου
Να ‘τοι, σα ζώα, όλοι μαζί, μες τα φτωχοκομεία.
Έρχονται απ’ τον ορίζοντα μαύρα μεγάλα πλοία
Και τους αδειάζουν σωρηδόν σε γέφυρες πλωτές.
Έλληνες, Ιταλοί, Σπανιόλοι, Ρώσοι,
Και Βούλγαροι και Πέρσες και Μογγόλοι
Ζώα του τσίρκου που σαλτάρουν τους μεσημβρινούς
Και που τους ρίχνουν, σα σε σκύλους, ένα κομμάτι μαύρο κρέας.
Αυτό το βρώμικο φαί είν’ όλοι η ευτυχία τους.
Κύριε, λυπήσου τους λαούς του κόσμου που υποφέρουν.

Οι ταπεινές γυναίκες που μαζί σου ανέβηκαν στο Γολγοθά
Σ’ άθλιους σοφάδες κάθονται, κρυμμένες μες στις τρώγλες.
Μολύνθηκαν κι αυτές από τους άνδρες τους.
Σκυλιά τους ροκανίσανε τα κοκάλα, και μες το ρούμι
Κρύβουν την άθλια αρρώστια που τις ξεφλουδίζει
Σαν μου μιλήσει μια απ΄ αυτές λιποθυμάω, Κύριε.
Θα ‘θελα να ‘μαι Εσύ, για να αγαπήσω όλες τις πόρνες
Κύριε, συμπόνεσε τις πόρνες.

Στη συνοικία βρίσκομαι όπου θα δεις τους κλέφτες,
Τους άφραγκους, τα’ αλάνια, τους κλεπταποδόχους.
Σκέφτομαι τώρα στο Σταυρό τους δυό ληστές μαζί Σου
Ξέρω, στη δυστυχία τους θα τους χαμογελάσεις.
Κύριε, ο ένας τους ήθελε ένα σκοινί με κόμπο,
Αλλά κοστίζει το σκοινί, δε το χαρίζουν, Κύριε.
Μιλούσε σαν φιλόσοφος ο γέρο-κατεργάρης. Κι εγώ με λίγο όπιο
Πιο γρήγορα τον έστειλα στη πύλη του Παράδεισου.
Σκέφτομαι ακόμη αυτούς τους μουσικούς των δρόμων,
Τον τυφλό βιολιστή, τον κουλό με τη λατέρνα,
Την τραγουδίστρια με το ψάθινο καπέλο και τα ψεύτικα, χάρτινα ρόδα
Το ξέρω, αυτοί μας τραγουδούν στους αιώνες των αιώνων.
Κύριε, ελέησε τους, κι όχι αν θες με του γκαζιού το στόμιο.
Χρήματα, δώσ’ τους χρήματα σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο.

Η αυγή γλίστρησε Κύριε, ψυχρή σαν νεκροσέντονο
Στον άνεμο γυμνώνοντας και τους ουρανοξύστες.

Τα πλήθη μες στον πυρετό του χρυσοθήρα ιδρώτα
Σπρώχνονται και χιμούν μαζί μες σε μικρούς διαδρόμους.
Περίεργο, μες την σύγχυση που οι στέγες στεφανώνουν,
Να ο ήλιος, Κύριε, η μορφή Σου η ίδια, ατιμασμένη απ’ τις φτυσιές.

Γυρίζω σπίτι, Κύριε. Πένθιμος, μόνος, κουρασμένος…
Και το δωμάτιό μου γυμνό σαν τάφος…
Κύριε είμ’ ολομόναχος. Με ψήνει ο πυρετός…
Και το κρεβάτι κρύο, κρύο σα φέρετρο…
Κλείνω τα μάτια και τα δόντια μου χτυπούν,
Είμαι ολομόναχος. Κρυώνω. Σε φωνάζω… 

Τώρα σκέφτομαι, Κύριε, της δυστυχίας τις ώρες...
Τώρα σκέφτομαι, Κύριε, τις ώρες μου που φύγαν...

Κύριε, δε Σε σκέφτομαι πια. Δε Σε σκέφτομαι πια.

text: Ένα κολάζ από το ποίημα του Blaise Cendrars, Les Pâques à New York (1912), στα ελληνικά: Μπλαίζ Σαντράρ, Πάσχα στη Νέα Υόρκη, μετάφραση Γιάννης Βαρβέρης, εκδόσεις Ύψιλον/Βιβλία.
music: Louise Attaque – La Ballade De Basse, από το Comme on a Dit CD, Atmosphériques 2000.
image: Misha Erwitt 

Παρασκευή, 6 Απριλίου 2012

Mark Lanegan Band/This is Nowhere @ Principal Club, 4/4/2012


Τον Lanegan μόνο του δεν τον είχα δει ποτέ…Την μια είχε τον Dulli δίπλα του και τους υπόλοιπους Gutter Twins, και την άλλη τους Soulsavers. Τα σχήματα δηλαδή που μαζί τους έβγαλε τους δύο δίσκους που έχω ακούσει περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον όπου τραγουδά ο Mark. Πράγμα νομίζω φυσιολογικό μιας και το Saturnalia και το Its not how far you fall…εκτός των άλλων είναι άλλωστε και από τους καλύτερους δίσκους της δεκαετίας που πέρασε και που φαντάζει τώρα τόσο μακρινή.
Το Blues Funeral δεν με ενθουσίασε, νομίζω κάτι πήγε στραβά στην παραγωγή, και αν υπήρχε κάτι στραβό και στη συναυλία αυτό ήταν ο μαέστρος της υπόθεσης που καθόταν δεξιά με τα πλήκτρα και το MacBook (το είδαμε κι αυτό, συναυλία του Lanegan με λαπτοπ) που γέμιζε η χαλούσε τον ήχο, αναλόγως από ποια πλευρά το βλέπει κανείς το θέμα. Κατά τα άλλα όλα μια χαρά, (αν και λίγο ψηλότερα να ήταν η φωνή δεν θα πείραζε) με πολύ κόσμο που συναγωνιζόταν το πλήθος που γέμισε το club του Μύλου δίπλα για να δει τον Χαρούλη, με μια μικρή δόση Screaming Trees, με τα περισσότερα τραγούδια παιγμένα αρκετά πιο γρήγορα απ’ ότι στους δίσκους, και με τις αδύναμες στιγμές να είναι 2-3 τελείως αδιάφορα τραγούδια από τον τελευταίο που δεν του ταιριάζουν κιόλας. Η μπάντα άψογοι επαγγελματίες  όλοι τους με τα εύσημα να πηγαίνουν στον κλώνο του Johnny Cash που ερωτοτροπούσε με την κιθάρα του αριστερά στην σκηνή.
Η έκπληξη ήταν οι This is Nowhere που άνοιξαν την βραδιά και που επιβεβαίωσαν τα πολύ καλά λόγια που μου είχε πει ο Σταμάτης γι’ αυτούς πριν μερικούς μήνες.
Heavy ψυχεδέλια και blues, κάτι από grunge, κάτι από παλιό σκληρό και καλό rock, οργιαστικές κιθάρες και μια rhythm section που σκοτώνει. Μπράβο τα παιδιά, και εις ανώτερα. 






Τετάρτη, 4 Απριλίου 2012

Standish/Carlyon


Κι έλεγα τι να κάνουν αυτά τα παιδιά…Οι Devastations ντε…η τουλάχιστον οι δύο απ’ αυτούς που τα επώνυμα τους φιγουράρουν στον τίτλο που είναι και το όνομα της νέας τους μπάντας.

Δευτέρα, 2 Απριλίου 2012

to one and all

Δευτέρα σήμερα οι περισσότεροι θα αράξουν σπίτι…όποιος ψυχανεμίζεται ότι μαζί του στο δωμάτιο θα αράξει και η κατάθλιψη, παρακάτω υπάρχει ένα δείγμα κάποιου αντικαταθλιπτικού που βεβαιωμένα λειτουργεί.
Ο Theodoros Bafaloukos σκηνοθετεί και ο LeroyHorsemouthWallace πρωταγωνιστεί, μαζί με εκατοντάδες άλλα γνωστά και άγνωστα ρασταφάρια (μορφές όλοι τους).  
Το σενάριο υποτιπόδες, η αγγλικοί υπότιτλοι βοηθάνε μα πολλές φορές τα "αγγλικά" που μιλάνε αυτοί οι Τζαμαϊκανοί είναι παντελώς άγνωστα σε όλους εκτός απ’ τους ίδιους, αλλά τελικά ποιος νοιάζεται όταν υπάρχει τόση ωραία μουσική στην πηγή της και φυσικά ακόμη περισσότερα (παραπάνω δεν γίνεται, το βλέπεις και στην αρχή αρχή με τον τύπο που χτυπάει το σημαιοστολισμένο τύμπανο) τσιγάρα και καπνοί?
Λεπτομέρειες όπως οι γειτονίες, τα  δισκάδικα -λες και είναι μανάβικα- τα κλαμπ και τα στούντιο που περιηγείται ο Horsemouth είναι το κερασάκι…η πιο σωστά το καπάκι.
Και για το τέλος έχει και ένα Ρομπέν του χόρτου ηθικό δίδαγμα έτσι?

Από το Rockers του 1978