Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2011

El Santo Nada - Tuco

Self Release
2010
Καμιά φορά η μνήμη μας παίζει το μυαλό μας όπως η γάτα το ποντίκι, που θα έλεγε και κάποιος σπορκάστερ για να μας δώσει να καταλάβουμε τα συστήματα που απλώνουν οι δύο άρχοντες των πάγκων πάνω στο χορτάρι.

Το κρύο μας είχε πιρουνιάσει πόδια και χέρια, χειμώνας βαρύς με χιονόνερο, ο ήλιος είχε πέσει δίχως να τον δούμε ακόμη μια μέρα, ποια ακριβώς στην σειρά δεν μπορούσαμε να θυμηθούμε, το σκοτάδι πυκνό και υγρό σαν μουχλιασμένο βαμβάκι μας νότιζε ακόμη μια νύχτα. 
Εμείς όμως ήμασταν έξω από το μεσημέρι, και δεν θα το κουνούσαμε μέχρι που να πάει 9, δηλαδή έπρεπε να ξεροσταλιάσουμε στο κρύο ακόμη 3 ώρες…Έτσι έπρεπε…γιατί είχαμε υποσχεθεί και οι τρεις στον εαυτό μας και στους άλλους δύο ότι αυτή ήταν η μεγάλη μπίζνα που περιμέναμε τόσο καιρό και δεν θα την αφήναμε να μας ξεφύγει…όπως στις παλιές καλές ταινίες ρε φίλε...αυτές με τις γλυκές και άγριες συμμορίες, με τα καλά παιδιά που αύριο θα γίνουνε απόντες. 
Μάλλον για να ξεχάσουμε το κρύο, είχαμε πιαστεί, αναλύαμε και τσακωνόμασταν για ένα από τα προσφιλή μας θέματα, τις γυναίκες.Ο Μήτσος αγόρευε και κοίταζε μια έμενα και μια τον Τόλη με ένα βλέμμα αηδίας και περιφρόνησης αναρωτώμενος φωναχτά πως μπορούσαμε να έχουμε γκόμενες!!! Hit and run ρε ντουγάνια! Όλα τα’ άλλα είναι χρονοτριβή. 
Όταν πια απηύδησε και είδε ότι για ακόμη μια φορά δεν θα πηγαίναμε ευθεία στο σπίτι να ανακοινώσουμε τον χωρισμό ακολουθώντας τον έπειτα μέχρι το τέλος της νύχτας και ακόμη πιο πέρα προς αναζήτηση θηράματος, σημάδεψε καλά και έριξε την τελευταία του σφαίρα…ρε μαλάκες το «Κάποτε στην Αμερική» το ‘χετε δει? Ε να πάτε να το ξαναδείτε και μετά να ρθείτε να μου πείτε για τις γκόμενες…

Το είχαμε δει, και από τότε τουλάχιστον εγώ το ξαναείδα πολλές φορές –όπως και όλες του μεγάλου αυτού δάσκαλου- και μάλλον μαζί με το Cool hand Luke και το La Haine είναι οι πρώτες που μου έρχονται στο μυαλό όταν μιλάω με κάποιον για παλιές αγαπημένες ταινίες. Το Μήτσο και τον Τόλη κάπου κάποτε τους έχασα. Ο ένας φαντάζομαι (και εύχομαι) θα κυνηγάει ακόμη παράλληλα με τα θηράματα του και την μεγάλη μπίζνα, και ο άλλος θα κυνηγιέται από το φάντασμα μιας γυναίκας. 

Ακολουθώντας τον Tuco προσεκτικά, από μακριά μη με πάρει χαμπάρι έφτασα ως εκεί, που μπορείς να δεις στον ορίζοντα τις μακρόστενες μέσα στην αντηλιά σκιές που χάνονται. Αυτοί είναι σίγουρα, δεν με γελούν τα μάτια μου. Ο καλός, ο κακός και ο άσχημος. Έφτασα σ’ αυτή την χούφτα με τα δολάρια που γυαλίζει κάτω από τον πυρπολητή ήλιο, στον έρημο σταθμό του τραίνου, να ακούω μόνο τον άνεμο, μια χαλασμένη αντλία να τρίζει, και το βουητό της μύγας μέσα στην κάνη.

Κι ύστερα από κει τράβηξα για τους κακόφημους δρόμους που πατήσαμε, στα άσφαιρα πιστόλια μας τα βρεγμένα από το χιονόνερο, τις αόρατες πληγές μας, στην καλά θαμμένη μα για πάντοτε δική μας χαρά, στους μάταιους ηρωισμούς και τα σάλια μας που στάζουν στην άσφαλτο, σε όλους όσους εξακολουθούν να τηγανίζονται μέσα στο μεγάλο και βαθύ τηγάνι της νύχτας.Και είμαι σίγουρος ότι αν ξαναδώ το Κάποτε στην Αμερική η και το Κάποτε στη Δύση θα έχω πολλά να πω για τις γκόμενες…Αλλά και για τους φίλους Μήτσο….και για τους φίλους. 

Μα δεν θα το κάνω. Τουλάχιστον όχι τώρα. Θα βάλω ξανά να ακούσω αυτούς εδώ τους Ιταλούς συμπατριώτες του Sergio, που σε αντίθεση με τις δικές μου παγωμένες χειμωνιάτικες αναμνήσεις, στήνουν την μονομαχία τους στο σωστό σκηνικό, μέσα στην σκόνη, δίπλα από τους κάκτους, κάτω από το μισογκρεμισμένο καμπαναριό, κάτω απ’ τον απέραντο ουρανό, όπως θα το έκανε και ο τελευταίος. 

Και αφιερώνουν τον δίσκο τους στον Tuco, αυτόν δηλαδή που κρύβετε μέσα σε κάθε φίλο που αξίζει να έχουμε, να αγαπάμε και...να συγχωράμε καμιά φορά όταν χρειαστεί.


Τρίτη, 28 Ιουνίου 2011

fables

«Κοίταξε γύρω σου» είπε ο πολίτης. «Αυτή η αγορά είναι η μεγαλύτερη στον κόσμο». 
«Και βέβαια δεν είναι» είπε ο ταξιδιώτης.
«Καλά, ίσως όχι η μεγαλύτερη», είπε ο πολίτης, «αλλά οπωσδήποτε η καλύτερη».
«Σίγουρα κάνεις λάθος», είπε ο ταξιδιώτης. «Να ξέρεις πως…» 
 Με το σούρουπο έθαψαν τον νεκρό...

text: Robert Louis Stevenson, από το βιβλίο "Μύθοι" μετάφραση Δανάη Μιτσοτάκη, Εκδόσεις Άγρα 1998. 

music: The Peeble Episode - Tripsy, από την συλλογή Beyond the Callico Wall (Rare and Unreleased 60's Classics), Voxx Records 1990.

Σάββατο, 25 Ιουνίου 2011

slave to the wave

Με το surf (την μουσική λέμε μη φανταστείτε εμένα πάνω σε σανίδα) κόλλησα από μικρός την ίδια εποχή που άρχισα να συχνάζω στα διάφορα γκαράζ και να ζητάω με τρεμάμενα χέρια την δόση μου από γράσο. Μ’ άρεζε η κιθάρα που αλωνίζει μόνη της και σε παίρνει μέσα στο νερό και μετά σε ξερνάει ψηλά στον ουρανό. Ειδικά τα μινόρε τα κομμάτια σου σκίζουν την καρδιά όταν ο κιθαρίστας ακροβατεί για λίγο πάνω στην κόψη πριν τον καταπιεί το μεγάλο κύμα. Τώρα που έψαχνα τους δίσκους μου για αυτή την επιλογή, εκτός του ότι τα χέρια μου γέμισαν χώμα σκαλίζοντας τους, θυμήθηκα και καμιά 10αρία συλλογές με instrumental surf που από εδώ και από κει είχα μαζέψει.

Χώρια οι δίσκοι των Challengers των Beach Boys των Agent Orange των Man or Astroman? και δεν συμμαζεύεται. Μιλάμε για διατριβή. Θυμήθηκα και την συνήθεια να ανοίγω πάντα τις κασετοσυλλογές (και μετά σιντοσυλλογές και μετά…playlist…) με ένα οργανικό θέμα, που πάρα πολλές φορές ήταν ένα ωραίο δροσερό σερφάκι. Μετά φυσικά έσκασε μύτη το post rock και ανανεώθηκε –σε γιγάντιο βαθμό- το ρεπερτόριο του Intro.

Για να εξηγούμαστε, εγώ άκουγα και -ακούω- τέτοια κομμάτια όλο τον χρόνο, είμαι κολλημένος, δεν χρειάζομαι δηλαδή παραλία και μπικίνια για να την βρω με το surf. Η λογική όμως λέει ότι όταν σφίγγουν οι ζέστες κι αυτό σαν την μπύρα τραβιέται πιο πολύ.

Από το κέντρο της πόλης λοιπόν, ιδρωμένος και ζαλισμένος, δε ξέρω κι εγώ πόσες χιλιάδες μίλια μακριά από τον ωκεανό, μια συλλογή με 12 instrumental κομμάτια, σίγουρα όχι τα καλύτερα (κάποια από αυτά τέλος πάντων) ούτε ίσως τα πιο ενδεδειγμένα για να βουτήξει κάποιος και να γνωρίσει αυτό το «είδος» (το Mr.Moto το Surf Jam το Penetration και δεκάδες άλλα επιβάλλονται) , μα σίγουρα αγαπημένα και κατευθείαν από την άκρη του κύματος.
(Το Misirlou δεν το έβαλα τελικά στην αγαπημένη μου εκδοχή των Agent Orange, γιατί προτίμησα ένα αδικημένο κομμάτι, από τις τελευταίες τους κυκλοφορίες, που χάθηκε μέσα στην μετριότητα της μπαντας εκείνης της εποχής και δεν ακούστηκε όσο του άξιζε. Απλά το αφιερώνω σε όλους εκείνους που γελούσαν όταν τους λέγαμε για surf στα 80’s και ύστερα από χρόνια έβαζαν γεμάτοι περηφάνια στα μαγαζιά από το Soundtrack του Pulp Fiction τον Dick Dale.)


Chanteys Pipeline (ST LP 1963)


Γλίστρημα μέσα στο τούνελ του νερού από τον Johnny Thunders, ορμητικό τραίνο από τους Agent Orange, οδοστρωτήρας από τους Exploding White Mice, γενικά άσχημη εκτέλεση δεν νομίζω να χω ‘ακούσει. Η απέρριτη μελαγχολική ομορφιά του πρωτότυπου όμως (με το πιανάκι του), δεν χάνει στο ελάχιστο όσο περνάνε τα χρόνια. Το αντίθετο μάλιστα.


Agent Orange – Tiki Ti (Virtually Indestructible CD 1996)

Αυτό είναι που λέγαμε το αδικημένο. Από το Virtually Indestructible του ’96 (με το απαίσιο εξώφυλλο), η επιστροφή τους ύστερα από πολύ καιρό απουσίας, που δεν τους πολύδικαίωνε για να λέμε την αλήθεια, αλλά από την μια μετά το Living in Darkness τι να βγάλει κανείς? και από την άλλη το ερχόμενο με φόρα από εκείνον εκεί τον δίσκο Wouldt Last a Day, και το Tiki Ti με το αστείο όνομα αλλά και το παιχνιδιάρικο ρυθμό, σαν να χορεύει στα κύματα έμειναν να τα κουβαλάω αμανάτι μέχρι σήμερα. Άραγε πόσα από αυτά που ακούω αυτόν τον καιρό θα τα ακούω και μετά από 15 χρόνια?


Man or Astroman? - Philip K. Dick in a Pet Section of Wal-Mart (Project Infinity LP 1995)


Καλά αυτοί ήταν παλαβοί, το ‘χαν καταλάβει όλοι εντάξει…εγώ πόσο παλαβός πρέπει να ‘μουνα για να έχω 6-7 δίσκους και σινγκλάκια τους? Είναι αυτή η αίσθηση της αιώρησης σε fast forward που έχουν τα κομμάτια τους σαν και αυτό που επιλέγω εδώ που μόνο από τον τίτλο μπορείς να φανταστείς τι γίνεται.


Unknown Passage – Whisper (Tales From the Prison LP 2001)


Lost in Tyme κυριολεκτικά και μεταφορικά αυτή η μεγάλη και αδικοχαμένη μπάντα. Ήταν και δικά μας Βόρεια παιδία, από το Αμύνταιο. Ψυχωτικό instrumental garage, με τα ουρλιαχτά να είναι τα μόνα φωνητικά που ακούγονται, επιβεβαιώνοντας για ακόμη μια φορά το ρητό που λέει ότι το καλό γκαράζ και το ουρλιαχτό πάνε πάντα μαζί. Ιδανική εισαγωγή για να μας δείξει το άγριο και τραχύ πέρασμα που οδηγεί στην μουσική τους.


Invisible Surfers – Surfin’ lake (It Won’t Last Forever EP 1996)


Αυτό έπρεπε να βάλει ο Aronovsky στην ταινία να γίνει της πουτάνας! Με την μηχανή των Cosmic Teds πίσω του, o Μπερέκος και η κιθάρα του περνάνε σαν σίφουνας πάνω από την λίμνη αφήνοντας πίσω τα πούπουλα των κύκνων να ανεμίζουν. The Thing και τέτοια…ωραία χρόνια.


The FinksThe Eliminator (Fill’er Up and Go LP 1994)


Rock and roll φρενίτιδα σ’ αυτή την πολύ καλή διασκευή στο κλασικό κομμάτι του Dick Dale. Για τους Finks δεν ξέρω σχεδόν τίποτα περισσότερο μιας μοναδικό που έχω ακούσει απ’ αυτούς είναι σ’ αυτή την συλλογή Locked in to Surf and RocknRoll Instrumentals Vol 2 απ’ όπου το διάλεξα. Ενθυμούμαι όμως πολύ καλά για τα χρόνια μου το πόσο είχα λιώσει τα αυλάκια σ’ αυτά τα 2.57 λεπτά που κρατάει. Με βοήθησαν βέβαια σ’ αυτό και τα άπειρα σκράτς, περίπου σαν να τηγανίζεις αυγά στο μικρόφωνο -όπως οι πρώιμοι Pink Floyd- που άκουγα τώρα που το ξανάβαλα από το βινύλιο.


The RaybeatsCalhoun Surf (Guitar Beat LP 1981)


Μας το έμαθαν -και αυτό- οι Last Drive, μας το ξαναθύμισαν οι Ducky Boyz, ανασύροντας έτσι στον αφρό αυτό το φοβερό κομμάτι των Νεουορκέζων κατά φαντασία σερφερ –πράμα που τους δίνει και περισσότερους πόντους-  που διαφορετικά μάλλον θα έμενε για πάντα στον βυθό. Κλασικό και αγαπημένο!


Jon and the Nightriders – Journey to Stars (Banished to the Beach LP 1994)


Το κλασικό κομμάτι των Ventures παιγμένο από τους Nightriders που σε ανεβάζουν στο άρμα τους για ένα ταξίδι εκεί που λέει και ο τίτλος. Από αυτούς τους τελευταίους ψάξτε και το Live at Whiskey LP, για surf καταστάσεις κατευθείαν από την Vineland.


Ben Vaughn Group  - Vibrato in the Grotto (I Was a Teenage Zombie OST LP 1987)


Γαμώ τα κομμάτια είν’ αυτό, και το είχα ξεχάσει! Αργός ρυθμός και κιθάρα που μόνο ένας rambler σαν τον Vaughn θα μπορούσε να γράψει. Σουλατσάρισμα πάνω στο κύμα της θάλασσας αλλά και τα πλακάκια του πεζοδρομίου.


Link Protrudi and the Jaymen – Bandito (Drive it Home LP 1986)


Από το Link Wrayικό alter ego του Ρουντάκου που είναι και αγαπησιάρης και σαλιάρης διαλέγω το Bandito που μάλλον ταιριάζει πιο πολύ σε σκηνή ταυρομαχίας, η μονομαχίας με σπιρούνια στο Ελ Πάσο, παρά σε θάλασσες, βερμούδες, σανίδες και τα σχετικά. Ole!


Pollo Del Mar – Magyara (The Golden State CD 2005)


Κάτι τέτοια κομμάτια πρέπει να είσαι από πέτρα για να μην τα αφήσεις να σε ποτίσουν και να σε μεθύσουν με την γλύκα τους. Μετά την μέση ειδικά οι κιθαρίστες οργιάζουν στήνοντας το πανηγύρι τους κάπου μεταξύ του 60ου παράλληλου και του Άλφα του Μεγάλου Κυνός. Ούτε και μ’ αυτούς έχω ασχοληθεί πολύ, και τώρα που ακούω και ξανακούω το Magyara απορώ γιατί.


The Last DriveHeatwave ’88 (Heatwave LP, 1988)


Την αυλαία ρίχνουν αυτοί που σε πολλούς από εμάς έδειξαν πρώτη φορά το τεράστιο κύμα να σκάει, και να φέρνει μαζί του το ουρλιαχτό του Ωκεανού, ακριβώς πάνω στην ταράτσα μιας πολυκατοικίας στην μέση της πόλης με τον ήλιο να καίει σώμα και μυαλό ανελέητα. Από τότε και κάθε καλοκαίρι για χρόνια πριν τις διακοπές σκάρωνα μια κασέτα με τίτλο Heatwave ’88, ’89, ’90 και πάει λέγοντας…δεν θυμάμαι πότε τις σταμάτησα…είπα τιμής ένεκεν να δώσω παρόμοιο τίτλο και σ’ αυτή την συλλογή Heatwave ’11 ας πούμε, αλλά το Slave to the Wave είναι πιο ταιριαστό…και επίσης κλεμμένο απ’ αυτούς.

Για να μην είναι τελείως μουγκό το κειμενάκι διαλέγω να συνοδεύσουν την ανάγνωση οι Born Losers.  Όσοι από σας θέλετε να ακούσετε τα κομμάτια και βαριέστε το ψάξιμο στέλνετε μειλ, και παίρνετε λινκ. 

Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2011

Burn in Hell


Είχαν ξεκινήσει από πολύ βαθιά κάτω και έσκαβαν το λαγούμι τους με στόχο να βγούνε κάπου στην Κεντρική Ευρώπη και να συναντήσουν τους νεκρούς αδελφούς τους που περιφέρονται εκεί, τους Dead Brothers δηλαδή, για να παιανίσουν όλοι μαζί το τραγούδι του νεκρού αδερφού και άλλα rock and roll ρέκβιεμ, μα από κάποιον λάθος υπολογισμό ξεφύτρωσαν κυριολεκτικά κάτω από την γη, στην Μελβούρνη.

Αυτό ωστόσο δεν φαίνεται να τους χάλασε το κέφι και πολύ όπως θα δούμε και στο φοβερό -back from the grave- βίντεο του Grave News παρακάτω. Το δεύτερο κομμάτι που ακολουθεί είναι το Burn in Hell in D Minor που ακούγεται ακριβώς όπως οι υποσχέσεις που δίνει από τον τίτλο ακόμη, και είναι το καλύτερο νομίζω του πρόσφατου CD τους Spiderfightcatwaterhate, δίχως αυτό να σημαίνει ότι τα υπόλοιπα στερούνται της φλόγας αυτής της κολασμένης φωτιάς.




Τρίτη, 21 Ιουνίου 2011

sol invictus


Misery kept me from believing that all was well under the sun, and the sun taught me that history wasn't everything.
Albert Camus.

Θερινό ηλιοστάσιο σήμερα ε…κάπως έτσι με χτύπησε και μένα το πρωί που βγήκα έξω, όπως τον Ντούλη και τον ξυλοκόπο το τραγούδι των Primal Scream. Δηλαδή: The Gutter Twins - Deep Hit of The Morning Sun.

Κυριακή, 19 Ιουνίου 2011

Dim Locator


Από τις στάχτες των Fatal Shore, οι εναπομείναντες Phil Shoenfelt, και Chris Hughes μαζί με τον μπασίστα Dave Allen, νονούς τους Birthday Party και ανάδοχους τους Stooges, τον Roky Erickson, τους Beasts of Bourbon, τους Hawkwind και τους Pink Fairies, μόλις ξεκίνησαν για μια ακόμη περιπλάνηση στο υγρό ημίφως, αναζητώντας την υπόγεια έκσταση. Και όπου τους βγάλει.

There's some certain people who shouldn't start fires, So call ‘em Dim, They are the Dim Locators! Such a real Rock ‘n’ Roll.

Αναμένοντας το παρθενικό τους EP, μια χορταστική γεύση από το πρώτο τους live στην Πράγα:

Παρασκευή, 17 Ιουνίου 2011

No Stars in


Μου φέρνει ύπνο η ανάγνωση των ποιημάτων μου
Κι ωστόσο έχουνε γραφτεί με αίμα.

Φτάνει να κοιτάξεις τον ήλιο
μέσα από το καπνισμένο τζάμι
για να δεις ότι τα πράγματα παν’ άσχημα:
η μήπως και σας φαίνεται πως παν’ καλά?

Είχανε δίκιο οι παλιοί:
Θα πρέπει να ξαναρχίσουμε να μαγειρεύουμε με ξύλα.

Μέσα στο κλουβί έχεις τροφή
Λίγη, ωστόσο έχεις.
Έξω απ’ αυτό έχεις μονάχα απέραντη ελευθερία.

Σήμερα σταυροκοπιόμαστε απορώντας γιατί γράφανε αυτά τα πράγματα.
Για να τρομάξουν τον μικροαστό?
Άδικα χαμένος χρόνος.
Ο μικροαστός δεν αντιδρά
Παρά μονάχα όταν θίγεται η κοιλιά του.
Σιγά μη τον τρομάξουν τα ποιήματα.

Ας γράφουνε οι νέοι ότι θέλουνε
Στο ύφος που τους φαίνεται καλύτερο
Πάρα πολύ αίμα κύλησε κάτω από τις γέφυρες
Για να εμμένουμε στην πίστη – έτσι πιστεύω-
Πως μια είναι η σωστή οδός:
Στην ποίηση τα πάντα επιτρέπονται.

Και ο ταξιδιώτης που κοιτάζει προς τα πίσω
Διατρέχει τον σοβαρό κίνδυνο
Να μην θέλει η σκιά του να τον ακολουθήσει

Για τελευταία φορά το ξαναλέω…
Το γαμήσι είναι πράξη λογοτεχνική

Αμνέ του θεού που ξεπλένεις τις αμαρτίες του κόσμου
Πες μου πόσα μήλα υπάρχουν στον γήινο παράδεισο…
Κάνε μου την χάρη να μου πεις την ώρα
Δώσ’ μου μαλί να φτιάξω ένα πουλόβερ
Αμνέ του θεού που ξεπλένεις τις αμαρτίες του κόσμου
Άσε μας να γαμούμε εν ειρήνη:
Μη χώνεις την μύτη σου σ’ αυτή την ιερή υπόθεση.

Ακόμη κάτι θέλω να ξεκαθαρίσω:
Είναι ανυπόστατη η ευρέως διαδομένη πίστη
Ότι η Δημιουργία κράτησε μέρες εφτά
- είναι να πεθαίνει κανείς απ’ τα γέλια –
η Δημιουργία ακόμη δεν τέλειωσε:
η Δημιουργία μόλις ξεκινά!

text: Nicanor Parra (κολάζ από ποιήματα του βιβλίου "Ποιήματα επείγουσας ανάγκης", μετάφραση: Αργύρης Χιόνης, Εκδόσεις Γαβριηλίδης 2008. 

music: No Stars in Tokyo των Because of the Ghosts, από το The Tomorrow We Were Promised Yesterday CD, Feral Media records 2006.


Τρίτη, 14 Ιουνίου 2011

Jeffrey Lee Pierce - Anarchic Blues: Live in Slovenia 1994

Music Melon Records
2011

Αυτός ο δίσκος δεν είναι για αυτούς (η τουλάχιστον τους περισσότερους απ’ αυτούς) που το αγαπημένο τους κομμάτι από Gun Club είναι το Sex Beat. Αυτοί ας συνεχίσουν την ακρόαση του Fire of Love και μετά το πρώτο τραγούδι για να ακούσουν τον Robert Johnson δια φωνής Jeffrey Lee να κυρρήτει τα Blues, ας ξαπλώσουν κάτω στο χώμα στήνοντας αυτί για να αφουγκραστούν την ανάσα της μάνας γης, και έπειτα ας σηκώσουν το βλέμμα για να δουν το χαμόγελο του Watermelon Man, ας περάσουν μια βόλτα από το θανατερό πάρτι του σπιτιού της Highland Ave, ας ξεφυλλίσουν την ιστορία του Las Vegas δίνοντας μεγάλη προσοχή στο εδάφιο 5 για να ονειρευτούν μέσα στα όνειρα του Pierce, ας πηδήξουν για μια βόλτα στο αμάξι του Μother Juno που κοσμεί πάνω-πάνω και το παρόν blog, και ας συνεχίζουν την περιπλάνηση στην suburbia τουλάχιστον μέχρι να συναντήσουν μέσα στα σκοτάδια τον Lucky Jim  που θα τους αποκαλύψει μαζί με την επόμενο μονοπάτι, και ένα από τα τελευταία μεγάλα blues τραγούδια του περασμένου αιώνα που γλύφει σαν σκύλος την καρδιά σου, το Cry to Me (για αυτό ειδικά θα τα πούμε πιο καλά σύντομα από την κρύπτη). 
Από κει και πέρα αναλαμβάνει οδηγός ο Cypress Grove, και ο δρόμος μέχρι το Anarchic Blues είναι πλέον πλατύς και ανοιχτός. 
Όσοι έχουν ήδη εντρυφήσει (σε υπερθετικό είμαι σίγουρος βαθμό) σ’ αυτή την διαδρομή, δεν νομίζω ότι χρειάστηκε καν να διαβάσουν αυτές τις γραμμές. 

Υ.Γ. Μια λεπτομέρεια (απ’ αυτές που κάνουν όμως την διαφορά) που έρχεται να μας υπενθυμίσει μέσα σ’ όλα τα άλλα το Anarchic Blues: το πόσο έχει επηρεάσει η φωνή του RamblinJeffrey Lee την ερμηνεία του Eugene. Ορισμένες στιγμές νομίζεις ότι ακούς το παπαδοπαίδι από το Denver να ψέλνει.

Orphan Drugs#4 Jeffrey Lee Pierce

Jeffrey Lee Pierce
27 June 1958 – 31 March 1996
In Memoriam
Πολύ πριν η αμερικάνικη σκηνή γεμίσει με διάφορους τύπους και τύπισσες  που αρπίζουν σε μια ακουστική κιθάρα την μαλθακότητά τους κερδίζοντας χρήμα, βραβεία, και διεθνή αναγνώριση, πριν από το διαφημιστικό σκηνικό της τεκίλα και του μαριάτσι, πριν την Americana, το internet, το myspace, πριν απ’ όλα αυτά  λοιπόν, και παράλληλα με την σύγχρονη Αμερική, έζησε, τραγούδησε, και κάηκε μαζί με τους δαίμονές του ο Jeffrey Lee Pierce. Και λέγοντας παράλληλα εννοώ ότι ο Lee έζησε μεταξύ μύθου και πραγματικότητας, σε μια Αμερική όπου φιγούρες παλιές από τα χρόνια της κατάκτησης της Δύσης, ανυπότακτοι φυγάδες και ληστές, περιπλανώμενα φαντάσματα, αλκοολικοί απατεώνες κήρυκες με το πιστόλι κριμένο μέσα στις κομμένες σελίδες της Βίβλου, πνεύματα ινδιάνων, στοιχειωμένα τρένα, φασματικές slide νότες, βραχνοί bluesmen σε μεταμεσονύκτια σκοτεινά και σκονισμένα σταυροδρόμια, ήταν πράγματα που στα μάτια του μπορούσες ακόμη να δεις, να ακούσεις, να αγγίξεις. Που ακόμη δεν είχαν χαθεί στην ομίχλη της ιστορίας, διωγμένα και τρομαγμένα από το βουητό και τα φώτα των υπερσύγχρονων μηχανών. Δέκα χρόνια μετά τον ξαφνικό μα κάπου, αναμενόμενο θάνατό του, ας θυμηθούμε λίγα πράγματα για αυτή την καταραμένη ψυχή που σίγουρα πλανιέται ακόμη πάνω από τις έρημους του νότου, τα βουνά του βορά, και της φωταγωγημένες μεγαλουπόλεις του L.A. του Miami, και του Las Vegas. .
Στο σύντομο, πολυτάραχο, και βασανισμένο βίο του, RamblinJeffrey Lee πρόλαβε να ηχογραφήσει μερικούς από τους πλέον ψυχωμένους και πυρωμένους δίσκους, που βγήκαν ποτέ, σαν φαντάσματα σεργιάνι, στους μακρινούς αυτοκινητόδρομους  του rock n roll. Δίσκοι βγαλμένοι μέσα από τον διαρκή πυρετό της τρέλας, σαν τους τρεις πρώτους των Gun Club, μα ακόμη και επόμενοι σαν το Pastoral hide and seek η και τα τελευταία προσωπικά του όπως το Wildweed, γεμάτοι από πίστη και άρνηση, αγάπη και απώλεια, αλκοόλ, ναρκωτικά και αρρωστημένους έρωτες,  μύθο και σκληρή πραγματικότητα. Δίσκοι που από το εξώφυλλο ακόμη, σου δίνουν να καταλάβεις ότι εδώ τα πράγματα είναι σοβαρά, και το παιχνίδι ξεκινά και τελειώνει με τη φωτιά. Λέξεις όπως Blues (και η μαύρη μουσική στο σύνολό της, μη ξεχνάμε την αγάπη του για την reggae, και την διασκευή στο The creator has a master plan του μεγάλου Pharoah Sanders), Country, Rockabilly, εδώ δεν ακούγονται σαν κάτι ρετρό, που κάποιος πιουρίστας  προσπαθεί να τις αναβιώσει «παίζοντας όπως πρέπει». Εδώ η μουσική γδέρνει και πονάει τα αυτιά, και η φωνή κηρύττει τον λόγο –ίδιο και απαράλλαχτο-όλων των καταραμένων ανά τους αιώνες. Δέκα χρόνια μετά, και με την ψυχραιμία της απόστασης, αυτή η μουσική και ο δημιουργός της μπορούν και βρίσκουν την σωστή θέση τους, ενός ακόμη κρίκου σε μια αόρατη αλυσίδα. Από τον Robert Johnson στον Hank Williams, από τον Gershwin στον Coltrane,  και από τον Jerry Lee στον Jeffrey Lee. Όμως αν η αφετηρία είναι ένα σκοτεινό σταυροδρόμι όπου λαμβάνει χώρα μια ανίερη συναλλαγή, όπου ο ένας εκ των πρωταγωνιστών φεύγει με την ψυχή του άλλου στην τσέπη του, τότε ο τελικός προορισμός, όταν φτάνει η ώρα του λογαριασμού, δεν μπορεί παρά να είναι εξίσου η και περισσότερο σκοτεινός και αποτρόπαιος. 
Τόσο που η γυναικεία μορφή στο εξώφυλλο του Mother Juno κλείνει τα μάτια της από τρόμο, έχοντας δίπλα της μια μπουκάλα και το παρανοημένο πρόσωπο του οδηγού που κοιτά σαν υπνωτισμένος ευθεία μπροστά . Ευθεία για την συνάντηση με το μεγάλο πνεύμα η (το πιθανότερο) με τον διάολο τον ίδιο.
Γιατί ο Pierce διάλεγε τελικά πάντα να ακολουθεί οποιαδήποτε άλλη οδό εκτός από την μέση. Διαφορετικά θα μπορούσε σήμερα να ζει και να είναι ακόμη ένα σεβάσμιο πρόσωπο της “alternative” κοινότητας (ποιανής?), περιτυλιγμένο με αδιαμφισβήτητο κύρος, όπως ο Nick Cave, ο Steve Wynn, ο Thurston Moore, ο Frank Black…Να μιλά σοβαρά και για τα πάντα σε συνεντεύξεις, να κάνει εορταστικές επανασυνδέσεις, να βγάζει βιβλία, να πουλά ξανά και ξανά τα ίδια πράγματα με διαφορετική συσκευασία, να χασμουριέται και να χασμουριόμαστε  στα κρυφά κι εμείς, ώριμοι όλοι πλέον, και ζώντας μια ζωή γεμάτη «εναλλακτική ποιότητα». Ίσως και να ‘ταν καλύτερα έτσι για όλους και προπαντός για εκείνον.  Αυτός όμως προτίμησε να αφεθεί στα χέρια του Δημιουργού, σίγουρος ότι πίσω απ όλα αυτά υπάρχει ένα μεγάλο σχέδιο. Και μάλλον υπήρξε. Μερικές λέξεις κλειδιά που βοηθούν στο να ξεκινήσουμε να το κατανοούμε είναι:
Fire of love, Miami, Las Vegas Story, Mother Juno
Κοινότυπο αλλά αληθινό, τέτοιοι δίσκοι δεν βγαίνουν σήμερα…τουλάχιστον όχι κουβαλώντας μέσα τους τόση…ψυχή…ίσως κάποτε στο μέλλον, κάποιος φτιαγμένος από τα ίδια καταραμένα υλικά, να γρατσουνίσει τα ηχεία και να σφίξει τα στομάχια ξανά.
Ο RamblinJeffrey Lee περιπλανήθηκε σαν ένα ακόμη χαμένο παιδί στις κοιλάδες της ζωής και τις έρημους του θανάτου. Δεν μπορώ να ξέρω αν φοβήθηκε η όχι, σίγουρα όμως έζησε στις πόλεις των θαυμάτων και της αμαρτίας, περπάτησε σε δρόμους κακόφημους και επικίνδυνους, και ότι είδε και έζησε το μετέτρεψε σε νότες και στίχους. Σε τραγούδια σαν το shes like heroin to me, το my dreams, τα mother of earth, house on highland avenue, nobodys city, go tell the mountain, για να αναφέρουμε μόνο ελάχιστα. Τραγούδια κραυγές ενός εγκλωβισμένου σε μια πεζή πραγματικότητα πνεύματος, που αναζήτησε μάταια την λύτρωση στην ποίηση, στο rock n roll, τις γυναίκες, στην εκκλησία των Βαπτιστών, στην πρέζα, στον βουδισμό, στο αλκοόλ, στα πνεύματα της φωτιάς. Έχοντας για παρέα πάντα της εμμονές του, και ανθρώπους σαν την μορφή του Kid Kongo Powers, την Blondie, την Poison Ivy, την Lydia Lunch, τον Henry Rollins, τον Burroughs…όλο τον καλό τον κόσμο.  Μουσικοί σαν τον Jeffrey Lee νιώθουν συνεχώς μέσα τους τον φονιά να καίγεται για ένα ακόμη φόνο. Και καθώς –νομοτελειακά- αυτός ο φονιάς (μέσα τους και μέσα μας) το ιδανικό θύμα που κυνηγά δεν είναι τελικά κανείς άλλος παρά ο ίδιος του ο εαυτός, είναι ζήτημα χρόνου και τύχης το πόση απ αυτή την φλόγα θα αφήσουν πίσω τους, φωτιά της αφθαρσίας παρακαταθήκη, πριν χαθούν μέσα στη σκόνη και τις στάχτες.

RamplinJeffrey LeeHaiyo yah!
Άραγε χεις βρει την γαλήνη εκεί πάνω?
Η κάτω?....

Συνάντησες το μεγάλο πνεύμα της φωτιάς?
Βλέπεις τον καρπουζάνθρωπο να χαμογελά ακόμη?
Μίλησες στο βουνό?

Κράτησες ζωντανά τα όνειρά σου?
Η μάνα γη άκουσε τον λυγμό σου επιτέλους?
Δροσίστηκε η φωτιά του έρωτα?

Είχες πίστη, το ξέρω
Μα η γυναίκες και το ουίσκι…
Μη μου πεις καταλαβαίνω

Αιωνιότητα που δεν μπορούσες να περιμένεις…
Και θα ήταν μακρύς ο δρόμος για εκεί πέρα
Χωρίς την μουσική εδώ κάτω

Θαρρώ όμως είσαι πίσω στο σπίτι τώρα
Μετά από τόσους δρόμους
Και τόσα δάκρια

Haiyo yah!

Κάποιοι που είναι ακόμη εδώ, σε θυμούνται και παίζουν κάτι νοτισμένα βράδια για πάρτη σου:

Nomads – Fire of love
Madrugada – Mother of earth
16 Horsepower & Bertand Cantat – Fire spirit
Droogs – Call off your dogs
Oubliettes – My Dreams
Circo Fantasma – The light of the world
Rykarda Parasol – She’s like heroin to me
Mark Lanegan – Carry Home
The White stripes – For the love of Ivy
Alejandro Escovedo – Sex beat
Melvins – Promise me
Earthbound – Jeffrey lee pierce

Και φυσικά η παρέα του We Are Only Riders – The Jeffrey Lee Pierce Sessions. 

Πρώτη δημοσίευση στο παλίο tranzistor το 2006, δεύτερη στο νέο tranzistor το 2009, δηλαδή εδώ.

 

Παρασκευή, 10 Ιουνίου 2011

The Underground Youth



To μειλ που έφτασε χθες βράδυ στο γραμματοκιβώτιο ήταν λακωνικό, όπως άλλωστε όλα όσα στέλνει ο Επιθεωρητής Λη τις σπάνιες φορές που αποφασίζει να εμφανιστεί, έχοντας πάντα έναν σοβαρό οφείλω να ομολογήσω, λόγο.

«Τοποθεσία: Το νησί. Άνθρωπος κλειδί: Greg Dyer, δίπλα του πάντα θηλυκό αγνώστων λοιπών στοιχείων (προσοχή!). Στο εργαστήριό τους έντονη δραστηριότητα τον τελευταίο καιρό. Ξανά μπροστά μας τα δύο αδέρφια, οι Reid οι Σκωτσέζοι (ανάθεμά τους!).  Έρευνες για διασυνδέσεις  στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Πιθανοί σύνδεσμοι Roky Erickson, John Cale. Χρήση πάσης φύσης ουσιών θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Η υπόθεση μου θυμίζει εκείνη του Chain Gang of Love, που στράβωσε μετά. Sadovaya. Ψάξε αλλά μη με ψάξεις. Θα επικοινωνήσω εγώ. Inspector J. Lee»

Στο πρώτο κομμάτι το Morning Sun, ο Allie του Permanent Vacation ούτε παραγγελία να ήταν...

 
                         

Τρίτη, 7 Ιουνίου 2011

The Gories - Boogie Chillun'

Μια εύκολη συνταγή για καλοκαιρινό αφέψημα τώρα που σφίγγουνε και οι ζέστες,  αλλά προσοχή! Οι αμάθητοι μη δοκιμάσετε κάτι τέτοιο μόνοι σας στο σπίτι!

Παίρνουμε ένα τέταρτο Velvets (προτίμηση το Guess Im Falling in Love με πιο γαμάτα ντραμς όμως), ακόμη ένα Suicide, ένα τεταρτάκι επίσης John Lee Hooker (η όποιον άλλον bluesman θέλετε), και για το τέλος μια συλλογή απ’ την κρύπτη του Garage σαν κι αυτές που διδάχτηκαν ο Lux και ο Rudi. Προσθέτουμε νιτρογλυκερίνη άφοβα και το βάζουμε στο φούρνο στους 1000ο! Σε λιγότερο από τρία λεπτά και εν μέσω εκκωφαντικών εκρήξεων βγαίνουν από κει μέσα δύο τύποι και μια γκόμενα και σου φωνάζουν Hey Hey, We are the Gories!

Back to the Basics rock and Roll, κι ακόμη λιγότερα. Γιατί τι το θες το μπάσο όταν έχεις το θηρίο τον Mick Collins μαζί με την φάτσα τον Dan Kroha στις κιθάρες και τα φωνητικά, και την άλλη την φάτσα την Peggy ONeil να χτυπάει με τέτοια αφοσίωση τα ντραμς?
To Detroit και η Crypt Records ακούγονται σαν παρασύνθημα να προχωρήσεις βιαστικά στα ενδότερα.

Η αλήθεια είναι ότι είχα να τους ακούσω πολύ καιρό, τους έπιασα μια μέρα που ήμουνα (πάλι) απογοητευμένος από κάτι φρέσκα CD που άκουγα, και αναζήτησα το real stuff. Από τότε μέχρι απόψε συνεχίζω την Gorieδιάδα, δεν ξέρω για πόσο ακόμη. Μπορεί να τους ξεχάσω πάλι…εκτός κι αν κάποιος τους φέρει να παίξουν κι από εδώ (σιγά…) που ξανασμίξανε τελευταία, και παραμένουν λύκοι από αυτούς που ξεμοναχιάζει η λύκαινα μικρούς όπως φαίνεται και παρακάτω.

Για το Boogie Chillun τι να πω…στην θέση του θα μπορούσε να είναι αρκετά ακόμη, αλλά επειδή πάντα το πρώτο κομμάτι τους που βάζω να ακούσω είναι αυτό, βγήκε πρώτο από την κρύπτη. Αν ήταν όλοι τους λευκοί (θα μου πεις δεν θα ήταν οι Gories) δεν νομίζω να μπορούσαν να παίζουν έτσι, ειδικά αυτό το τραγούδι. Χρειάζεται και λίγο voodoo αίμα κάτω στις ρίζες.
Κάποιες φορές ο ρυθμός μ’ αυτό το πάνω-κάτω που ‘χει με υπνωτίζει, και το αφήνω μόνο του να παίζει ξανά και ξανά, trance κατάσταση όπως το Ghost Rider και το Revolution ένα πράμα…από όπου και να ξεκινήσεις, ξανά στο μεγάλο ποτάμι θα καταλήξεις, είπαμε…

Όσο για το πρωτότυπο δεν θέλω χαζά…στα default…πρέπει να τα ξέρουμε αυτά…

 

Να και το There but for the grace of God απ' όταν ήταν μικρά λυκάκια στο Detroit: